Ελλάδα

Μήπως μιλάτε… Τσοπάνικα και δεν το ξέρετε; Ήρθε η ώρα να μάθετε!

Στην Ελλάδα ζούμε άρα, είτε ζούμε σε μεγαλούπολη είτε όχι, είναι πολύ πιθανό να καταγόμαστε από κάποιο χωριό. Ακόμα όμως κι αν είμαστε βέροι πρωτευουσιάνοι, στις διακοπές ή σε διάφορες εκδρομές, σίγουρα θα έχουμε πετύχει στο δρόμο βοσκούς με τα κοπάδια τους και θα έχουμε ακούσει πώς φωνάζουν τα ζώα, ή την περίεργη «διάλεκτο» που μιλούν μεταξύ τους.

Κάποιες λέξεις του ποιμενικού λεξιλογίου τις καταλαβαίνουμε, κάποιες άλλες τις έχουμε ξανακούσει, αλλά σε άλλη χρήση, ενώ κάποιες άλλες μάς είναι παντελώς άγνωστες. Τι λέτε λοιπόν για ένα γρήγορο μάθημα …”τσοπάνικων”;

Αποκόβω: Απογαλακτίζω.
Αγγειό: Το δοχείο, σκεύος
Ανάρμεγο: Το θηλυκό ζώο που δεν έχει αρμεχθεί.
Απλάδι: Κλινοσκέπασμα από προβατίσιο μαλλί.
Αρβάλι: Χάλκινο ή τσίγκινο στρογγυλό δοχείο με χερούλι που χρησιμοποιούσαν για το άρμεγμα των ζώων.
Αρνάδα: Χρονιάρα προβατίνα που δεν έχει γεννήσει ακόμα. Στα γίδια λέγεται κατσικάδα.
Ασαλά(γ)ητος: Αυτός που δεν παίρνει από ορμήνιες, που κάνει ότι του κατέβει στο μυαλό.

Βάκρα: Προβατίνα με άσπρο τρίχωμα στο σώμα της και μαύρες κηλίδες μόνο στο μούτρο της.
Βεδούρι: Ξύλινο σκεύος για το γάλα ή το γιαούρτι.
Βετούλι: Το κατσίκι που είναι ενός έτους.

Γαλάρια: Τα γεννημένα πρόβατα ή γίδια που έχουν γάλα. Σε αντίθεση με τα στέρφα που δεν έχουν.
Γάστρα: Σιδερένιο θολωτό σκέπασμα. Στη γάστρα ψήνονταν το ψωμί, ορισμένα φαγητά και ολόκληρα αρνιά ή κατσίκια.
Γμαρολάγια: Γκριζόμαυρη.
Γκιόσα: Η γίδα με μαύρο σώμα και άσπρη κοιλιά.
Γκλίτσα ή (αγκούτσα): Ποιμενική μαγκούρα με σκαλιστή λαβή.
Γκισέμι: Τραγί ή κριάρι μουνουχισμένο και μεγαλόσωμο, οδηγός του κοπαδιού που φέρνει το μεγαλύτερο κουδούνι.

Ζλάπ: Η φράση «παρουσιάσκη ζλάπ» σημαίνει ότι εμφανίστηκαν στα πέριξ λύκοι ή τσακάλια και πρέπει να προσέχει ο τσοπάνης.
Ζυγούρι: Το πρόβατο που μόλις έχει περάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του.
Ζωντανά ή πράματα: Γενικά τα ζώα.

Κάδη: Ξύλινο ψηλό δοχείο με στενή βάση για το χτύπημα του γάλακτος.
Κακαράντζα: Τα περιττώματα, η κοπριά των ζώων.
Καλύβα: Κατασκευή για να διαμένει και να κοιμάται ο τσοπάνης.
Κάπα: Μάλλινο πανωφόρι (από μαλλί γίδας), χωρίς μανίκια.
Καπνόγκεσα: Κατάμαυρη γίδα με καφέ μούρη.
Καραμάνικη: Προβατίνα άσπρη με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και φαρδιά ουρά.
Καρδάρα: Ξύλινο στρογγυλό δοχείο για το άρμεγμα του γάλακτος.
Κάτσενα: Άσπρη προβατίνα με κόκκινο πρόσωπο.
Καψαλή: Η γίδα με μαύρο καφέ (κλειστό καφέ προς το μαύρο) χρώμα (σαν καψαλισμένη)
Κλαπάτσα: Αρρώστια των προβάτων.
Κλαρίζω: Κόβω τα κλαδιά δένδρου.
Κλωτσοτύρι (το): Το τυρόγαλο που μένει από το πήξιμο του τυριού, άμα το βράσουμε κάνουμε το κλωτσοτύρι.
Κολήγοι: Σμίξιμο δύο – τριών τσοπάνηδων για κοινή πορεία – συνεταιρισμό εξαμηνιαίο.
Κολλημένα (τα): Πρόβατα με αρρώστια στον πνεύμονα που κολλάει τα παΐδια (πλευρά).
Κολοκούρεμα : Το κούρεμα της κοιλιάς και στα πίσω μπούτια.
Κονάκι: Αυτοσχέδιο καλοκαιρινό κατάλυμα του τσοπάνη.
Κάπα: Χοντρό πανωφόρι από τραγόμαλλο. Φοριόταν τους χειμερινούς μήνες.
Κόρπα: Μαύρη.
Κουρούτα:  Με κέρατα παρδαλή (ασπρόμαυρη).
Κουρούτα κάλεσα: Έχει κέρατα και η μουσούδα μαύρη.
Κουρίτα: Ποτίστρα για ζώα.
Κορφίγκι (το): βρασμένο, πηχτό γάλα ζώου, το αμέσως μετά τη γέννα.
Κουδούνα: Μεγάλο κουδούνι για πρόβατα.
Κουδουνάδες: Κατασκευαστές κουδουνιών.
Κουτσοκέρα: Γίδα με σπασμένο το ένα κέρατο.
Κούρος: Το κούρεμα των γιδοπροβάτων.
Κρεμανταλάς: Ξερό και διχαλωτό ξύλο μπηγμένο στο χώμα έξω από το κονάκι για να κρεμούν τις καρδάρες με το γάλα.
Κρούτα: Προβατίνα ή γίδα με μικρά και με κοντά τα δύο κέρατα.
Κριάρι: Το ώριμο αρσενικό πρόβατο.
Κυπριά: Χυτά κουδούνια.
Κύπρος (ο): Μεγάλο κουδούνι από μπρούντζο σαν καμπάνα για γίδια και ειδικότερα για το γκεσέμι.

Λάγια: Η μαύρη προβατίνα.
(Λάγια) γρίβα: Σπάνια προβατίνα με γκριζωπό τρίχωμα.
(Λάγια) μπαλιά: Κατάμαυρη προβατίνα με μια κηλίδα λευκή στο κεφάλι.
Λάγια τσομυτή Ραβανί: Μαύρη με άσπρο σημάδι στο πρόσωπο.
Λειβαδάρικο: Νοικιασμένο χωράφι από τον τσοπάνη που χρησιμοποιεί για βοσκή. Το ενοίκιο το πληρώνει σε είδος και συνήθως είναι τυρί.

Μαδημένα (τα): Πρόβατα που τους έχει πέσει μερικά ή ολικά το μαλλί.
Μαντρί: Κατοικία των ζώων.
Μαντρόσκυλος: Μεγαλόσωμος σκύλος, άγριος και άγρυπνος φύλακας του κοπαδιού.
Μαρκάλλος (ο): Η γονιμοποίηση των θηλυκών από τα αρσενικά για την αναπαραγωγή.
Μαρμαρά: Προβατίνα ή γίδα που δεν γεννάει.
Μαυλάω: Καλώ κοντά μου με ιδιόρρυθμη φωνή οικόσιτα ζώα.
Μονοβύζα (η): Προβατίνα ή γίδα που έμεινε με ένα μαστάρι, επειδή την χτύπησε αρρώστια.
Μπακράτσι: Χάλκινο μαγειρικό σκεύος.
Μπλιόρα: Τη γίδα ή το πρόβατο δύο ετών.
Μπέλα: Η άσπρη προβατίνα.
Μπελλοκόκκινη: Άσπρη με κόκκινα σημάδια στη μούρη της.
Μπούτσκα:  Καφέ ανοιχτό.
Μπουτσκοκάλεσα: Προβατίνα καστανή ως καστανόμαυρη.

Ντορός: Τα ίχνη ή οι πατημασιές των ζώων πάνω στο χιόνι ή στο χώμα.

Ορμώνω: Κατευθύνω την πορεία ζώου ή κοπαδιού με χειρονομίες και κραυγές.

Παγάνα (η): Η ομαδική οργανωμένη καταδίωξη άγριων ζώων (κυρίως λύκων).
Παγούρι: Δοχείο μέσα στο οποίο έβαζαν νερό ή κρασί.
Παρδαλή: Η ασπρόμαυρη γίδα, η πολύχρωμη γίδα.
Παρμάρα (η): Ασθένεια με συμπτώματα παράλυσης, που εμφανίζεται κυρίως στα αιγοπρόβατα.
Πιτιά: Το στομάχι των κατσικιών από το οποίο παίρνουν το πήγμα (ένζυμο), για να πήξουν το γάλα για τυρί.
Πυροστιά: Στο μεταλλικό αντικείμενο το οποίο έχει σχήμα ισόπλευρου τριγώνου. Πάνω σε αυτό το αντικείμενο στο παρελθόν τοποθετούσαν τα μαγειρικά σκεύη και μαγείρευαν.

Ραβανί: Ασπρόμαυρη.
Ρομπλάτι: Με μεγάλα μαστάρια.
Ρούσα: Προβατίνα ή γίδα ξανθοκόκκινη.
Ρούτα: Προβατίνα με κοντό μαλλί.

Σαλαγάω: Κατευθύνω με φωνές τα ζώα.
Σούτα: Τα γίδια που δεν είχαν κέρατα.
Σκάρισμα (το): Καλοκαιριάτικη νυχτερινή έξοδος του κοπαδιού για βοσκή.
Σκάφη (η): Οι μακρόστενες ξύλινες ή τσίγκινες σκάφες στις οποίες έριχναν τροφή ή νερό για τα ζώα.Σταλίζω, στάλος (ο): Καλοκαιριάτικη μεσημεριανή ανάπαυση των ζώων κάτω από τον ίσκιο των δέντρων.Στέρφα: Η γίδα που δεν έχει γεννήσει.
Στριφάδι: Αυτή που έχασε το μικρό της στη γέννα.
Στρούγκα: Πρόχειρο μαντρί με κλαδιά ή πέτρες για το άρμεγμα των ζώων.
Στειρομάντρι: Ανοιχτό μαντρί, για τα στείρα ζώα.

Τάλαρος (ο): μεγάλο ξύλινο βαρέλι για την φύλαξη και διατήρηση τυριού.
Ταλαγάνι: Μάλλινο ένδυμα με κατσιούλα και μανίκια.
Τομάρια (τα): Τα δέρματα των προβάτων ή γιδιών.
Τράγος: Το αρσενικό γίδι.
Τροκάνι (το): Μεγάλο κουδούνι με δυνατό ήχο για μεγαλόσωμα ζώα.
Τσαντήλα: Πανί με μικρές τρύπες για το πήξιμο του τυριού.
Τσαγκάδι (το): Η γίδα ή προβατίνα που έμεινε χωρίς θηλασμό (κατσικιού ή αρνιού) π.χ. λόγω αποβολής.
Τσιαρδάκι: Μεσημβρινό σκεπασμένο κατάλυμα.
Τσαρδί (το): Πρόχειρο κατάλυμα από κλαδιά. Καλύβα.
Τσάρκος (ο): Ο παιδικός σταθμός της στάνης. Μια καλύβα που βάζουν τα νεογέννητα αρνιά, όταν οι μανάδες τους πάνε για βοσκή. Αλίμονο σ΄ όποιον ξένο πλησιάσει τον τσάρκο. Το τσοπανόσκυλο θα τον κομματιάσει.
Τσαρούχια (τα): Αυτοσχέδια παπούτσια από το δέρμα ζώων με φούντα μπροστά.Τσατάλι (το): Σιδερένιος ή ξύλινος γάντζος σαν τσιγκέλι.
Τσιουκάλισμα: Η διαδικασία της στείρωσης.
Τσιμπουροβύζα (η): Προβατίνα ή γίδα με πολύ μικρό μαστό.
Τσουκάνια: Σφυρήλατα κουδούνια.
Τσοκάνι (το): Το πλακέ κουδούνι για τα γίδια. Λέγεται και κραμπακίδα.
Τσούλα βάκρα:  Με μικρά αυτιά, μαύρο σημάδι στο κεφάλι.
Τσούλα σπανή: Μικρά αυτιά και κοντό τρίχωμα.
Τσουράπια (τα): Τσοπάνικες κάλτσες φτιαγμένες από μαλλί προβάτου.
Τυρόγαλο (το): Το υγρό που μένει από το πήξιμο του τυριού.

Φλαμουρί: Ασπρόμαυρη, πιότερο άσπρο.
Φλώρα: Η άσπρη γίδα.
Φρούσα: Μαύρη με άσπρο σημάδι στη μύτη.

Ψαριά: Η γκρίζα γίδα.
Ψιμάδια: Τα γίδια που έχουν αργήσει να γεννήσουν.

Περί Μαρκάλου…
ή, αλλιώς, ημερολόγιο Βατέματος, για να ξέρει ο τσοπάνης πότε θα γεννήσει η κάθε μια !
15 Ιουλίου γκαστρώθηκε η Κουρούτα – κάλεσα, στέρφη από γάλα.
20    >>                  >>         η Κόρπα και η Παλιολιάρα.
20    >>                   >>        η Παλιολάγια από τα Διστομίτικα.
22     >>                  >>         η Γμαρολάγια.
24     >>                  >>         η Λάγια, που έχει την ελιά στα καπούλια.
26     >>                  >>         η Κουρούτα η παρδαλή, η πρώιμη.
26     >>                  >>         η Κάλεσα η όψιμη, που έχει το γάλα από τα Διστομίτικα.
27     >>                   >>         η Μπούτσκα ή δευτερόγεννη.
27     >>                   >>         η Λάγια, η μεγάλη της Μαριώς.
27     >>                   >>         η Παλιοκάλεσα, η ανταρτίνα.
29     >>                   >>         η Μπελλοκόκκινη ή τριτόγεννη.

Comments

Δημοφιλέστερα

To Top