Διεθνή

Μισέλ Ουελμπέκ: Ο «προφήτης του κακού» που προέβλεψε την τρομοκρατική επέλαση του Ισλάμ στην Ευρώπη

Ποιος είναι ο Γάλλος συγγραφέας-σταρ: Το παιχνίδι που του έπαιξε η μοίρα όταν το βιβλίο του κυκλοφόρησε ανήμερα της φονικής επίθεσης στο «Charlie Hebdo» το 2015 στην οποία σκοτώθηκε ένας από τους ελάχιστους στενούς του φίλους

Ο εκκεντρικός, ιδιόρρυθμος σταρ λογοτέχνης που χαρακτηρίζει ανόητη και επικίνδυνη τη μουσουλμανική θρησκεία περιγράφει μέσα από το βιβλίο του «Υποταγή» την πορεία επιβολής της πάνω στην πατρίδα του και τη Δύση με τη δημιουργία μιας νέας υπερδύναμης, της «Ευραραβίας».

Η άποψη του Μισέλ Ουελμπέκ ότι «τα ιερά κείμενα των μονοθεϊστικών θρησκειών δεν κηρύττουν την ειρήνη, την αγάπη και την ανοχή, αλλά είναι εξαρχής κείμενα μίσους» θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και μετριοπαθής. Διότι ο Ουελμπέκ, κορυφαίος σύγχρονος Γάλλος λογοτέχνης, εκφράζεται συνήθως με πολύ μεγαλύτερη οξύτητα, αλλά και με πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των εκάστοτε προκλητικών του δηλώσεων. Εξάλλου, με μια σειρά βιβλίων τα οποία έχουν γίνει παγκόσμια μπεστ σέλερ και με τη φήμη τού κατά συρροήν προβοκάτορα, ο 64χρονος Ουελμπέκ μοιάζει μάλλον να αντλεί ευχαρίστηση παρά φόβο από τον σάλο που ξεσηκώνουν οι ακραίες θέσεις του, όπως αυτές που εξέφρασε σε συνέντευξή του το 2002: «Το Ισλάμ είναι η πιο ανόητη θρησκεία. Είναι μια θρησκεία επικίνδυνη και έτσι ήταν από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε. Ευτυχώς όμως το Ισλάμ είναι καταδικασμένο σε εξαφάνιση. Αφενός επειδή ο Θεός δεν υπάρχει, οπότε, ακόμη και εάν είναι κάποιος εντελώς κρετίνος, κάποια στιγμή αυτό θα το καταλάβει, και γι’ αυτό στο τέλος η αλήθεια θα θριαμβεύσει. Αφετέρου ο καπιταλισμός ανατρέπει το Ισλάμ εκ των έσω. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η ανατροπή θα συντελεστεί το ταχύτερο δυνατόν, διότι ο υλισμός είναι πολύ λιγότερο κακός από τον ισλαμισμό. Οι υλιστικές αξίες είναι ελεεινές, αλλά σε καμία περίπτωση όσο καταστροφικές και βάρβαρες όπως οι αξίες του Ισλάμ».

Περιέργως, για τον Μισέλ Ουελμπέκ δεν εκδόθηκε φετφά (ιερή επικήρυξη θανάτωσης) όπως είχε συμβεί το 1989 από το καθεστώς του Αγιατολάχ Χομεϊνί του Ιράν για τον Σαλμάν Ρούσντι. Το μυθιστόρημά του «Σατανικοί Στίχοι», ένα έργο που κατατάχθηκε αμέσως στα μοντέρνα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, για τον Χομεϊνί και τους φρουρούς της ορθόδοξης ισλαμικής πίστης ήταν ένα θανάσιμα βλάσφημο ανοσιούργημα. Και ως τέτοιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται 32 χρόνια μετά την έκδοσή του.

Ο Ουελμπέκ δεν έγινε ποτέ ένας νέος Ρούσντι -ακόμη και εάν είχε τη φιλοδοξία να μιμηθεί τον Βρετανοϊνδό συγγραφέα. Παρ’ όλα αυτά, η άποψη του Ουελμπέκ για το Ισλάμ προκάλεσε μέχρι και την παραπομπή του στη Δικαιοσύνη. Απολογήθηκε και αθωώθηκε, εφόσον το γαλλικό δικαστήριο πείστηκε ότι ο συγγραφέας δεν είχε πρόθεση να προσβάλει τον μωαμεθανισμό ως θρησκευτική πίστη και ότι, εν πάση περιπτώσει, με τα λόγια του, όσο ακραία και εάν ήταν, ο Ουελμπέκ δεν έκανε κολάσιμη κατάχρηση του δικαιώματός του στην ελευθερία του λόγου. Στην πράξη, το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Μισέλ Ουελμπέκ κέρδισε ακόμη μεγαλύτερη διασημότητα για τη στάση του απέναντι στον ισλαμικό φανατισμό, αλλά και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: έγινε προφήτης για το μέλλον της Γαλλίας και της Δύσης υπό την απειλή εξάπλωσης του Ισλάμ.

Τραγική σύμπτωση

Το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην Ευρώπη και το μουσουλμανικό στοιχείο απασχολεί σταθερά τον Μισέλ Ουελμπέκ, σχεδόν από την αρχή της σταδιοδρομίας του ως συγγραφέα και διανοητή. Ηταν όμως το 2015 όταν το «κισμέτ» -στο οποίο ο ίδιος, φυσικά, ουδόλως πιστεύει- έπαιξε ένα παράξενο παιχνίδι με τις ιδέες του για το Ισλάμ. Το βιβλίο του «Υποταγή» κυκλοφόρησε στη Γαλλία ανήμερα της φονικής επίθεσης στο «Charlie Hebdo». Μεταξύ των 12 νεκρών ήταν και ένας από τους ελάχιστους στενούς προσωπικούς του φίλους, ο οικονομολόγος Μπερνάρ Μαρίς. Θεωρητικά, οι τζιχαντιστές φονιάδες θα μπορούσαν να έχουν εισβάλει στο σπίτι του Ουελμπέκ αντί για τα γραφεία του «Charlie Hebdo» προκειμένου να πνίξουν παραδειγματικά, στο ίδιο τους το αίμα, εκείνους που τολμούν να διακωμωδήσουν τον Μωάμεθ. Εξάλλου η «Υποταγή» κατά βάθος είναι μια μελλοντολογική, υπογείως σατιρική, σοβαροφανής καρικατούρα τού τι θα μπορούσε να συμβεί σε ένα κράτος το οποίο ανήκει στον σκληρό πυρήνα της φιλελεύθερης Ευρώπης όπως η Γαλλία αν το Ισλάμ καταλάμβανε την εξουσία. Στην «Υποταγή» ο Ουελμπέκ δεν μένει στο προφανές, δηλαδή στην άλωση της Ευρώπης από την τζιχαντιστική τρομοκρατία. Αναμειγνύει πραγματικά πρόσωπα όπως ο Φρανσουά Ολάντ, η Ανγκελα Μέρκελ και κυρίως η Μαρίν Λεπέν με την εντελώς επινοημένη μυθοπλασία. Και με κάποια ιντερλούδια σεξουαλικού αισθησιασμού -με λεπτομερείς περιγραφές, όπως πάντα, στα όρια της πορνογραφίας- ο Μισέλ Ουελμπέκ στην «Υποταγή» καταδύεται κάτω από την επιφάνεια του προφανούς. Δημιουργεί έναν εντελώς νέο κόσμο, στον οποίο πρωταγωνιστεί ένας μετριοπαθής πλην μεγαλομανής και πανούργος πολιτικός, ο Μοχάμεντ Μπεν Αμπές.

Ως ηγέτης της παράταξης «Μουσουλμανική Αδελφότητα», ο Αμπές κατορθώνει να βγει κερδισμένος από μια περιπετειώδη και βίαιη εκλογική διαδικασία, νικά το Εθνικό Μέτωπο της ακροδεξιάς Λεπέν και αναδεικνύεται πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ο Αμπές είναι το αντίθετο του Εμανουέλ Μακρόν, ιδιαίτερα στη διαμάχη του με τον Ταγίπ Ερντογάν. Αρχίζει αμέσως να κάνει πράξη το όραμά του, το οποίο ο Ουελμπέκ αποτυπώνει στο μυθιστόρημά του ως εξής: «Ο βασικός άξονας της εξωτερικής πολιτικής του Μπεν Αμπές θα είναι να μεταθέσει το κέντρο βάρους της Ευρώπης προς τον Νότο. Υπάρχουν ήδη οργανισμοί που επιδιώκουν αυτό τον στόχο, όπως η Ενωση για τη Μεσόγειο. Οι πρώτες χώρες που φαίνεται ότι θα ενσωματωθούν στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα είναι σίγουρα η Τουρκία και το Μαρόκο. Υστερα θα ακολουθήσουν η Τυνησία και η Αλγερία. Πιο μακροπρόθεσμα, θα έχουμε την Αίγυπτο. Παράλληλα, μπορούμε να φανταστούμε ότι οι θεσμοί της Ευρώπης -που αυτή τη στιγμή κάθε άλλο παρά δημοκρατικοί είναι- θα εξελιχθούν προς την κατεύθυνση της λαϊκής ετυμηγορίας. Η λογική κατάληξη θα είναι η εκλογή, απευθείας από τον λαό, ενός Ευρωπαίου προέδρου». Ολα αυτά όμως, στη φαντασία του Ουελμπέκ, θα είναι μόνο η αρχή, καθώς ο απώτερος στόχος του Μπεν Αμπές είναι η ίδρυση της «Ευραραβίας», δηλαδή μιας νέας πανίσχυρης αυτοκρατορίας: «Η ένταξη στην Ευρώπη χωρών που ήδη έχουν μεγάλο πληθυσμό και δυναμική δημογραφία, όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος, θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο. Η πραγματική φιλοδοξία του Μπεν Αμπές είναι να γίνει τελικά ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος της Ευρώπης – μιας διευρυμένης Ευρώπης, που θα περιλαμβάνει τις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο. Η Ευραραβία θα είναι μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις παγκοσμίως».


f2_9781784702052

Το καλύτερο «κακό παιδί»

Σε κάποια από τις σελίδες ενός άλλου βιβλίου που τον αφορά, με τίτλο «Δημόσιος Κίνδυνος», ο Μισέλ Ουελμπέκ περιγράφει τον εαυτό του ως εξής: «Είμαι ένας μηδενιστής. Αντιδραστικός. Κυνικός. Ρατσιστής. Μισογύνης – και δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό. Κι επίσης, είμαι ένας ασήμαντος συγγραφέας, χωρίς κανενός είδους στυλ».

Οποιος έχει διαβάσει κάποια από τα μυθιστορήματά του, στις προηγούμενες ιδιότητες θα προσέθετε, πιθανώς χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, την ιδιότητα «μεγαλοφυής». Και προφανώς συνεπής: αν ο Μισέλ Ουελμπέκ είναι όντως μηδενιστής, κυνικός κ.λπ., ο εαυτός του θα έπρεπε να είναι ο πρωταρχικός στόχος της ανελέητης κριτικής του. Ομως, ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο Ουελμπέκ είναι ένας μισάνθρωπος που αντιμετωπίζει τα πάντα με δαιμόνιο, υποδόριο και ισοπεδωτικό σαρκασμό. Η θέση του στην κορυφή των Γάλλων λογοτεχνών δεν αμφισβητείται. Ούτε ότι πρόκειται για συγγραφέα-σούπερ σταρ. Για τον οποίο η τρομακτική επιτυχία του έργου του μοιάζει να ενισχύει τη θέλησή του να σατιρίζει -να τρολάρει, κατά την έκφραση του συρμού-, ακόμη πιο έντονα τους πάντες και τα πάντα. Και βεβαίως, σε αυτό το πλαίσιο, απολαμβάνει τις αντιδράσεις που προκαλεί η εκκεντρική συμπεριφορά του, ακόμη και η εκκεντρική του εμφάνιση. Εξάλλου, πίσω από την επίσημη περιφρόνησή του για τα ΜΜΕ, ο ίδιος έχει φιλοτεχνήσει προσεκτικά μια δημόσια εικόνα «κακού παιδιού», την οποία αξιοποιεί με διάφορους τρόπους – πάντα όμως προς όφελός του. Η περσόνα του πολυ-καλλιτέχνη, ιδιόρρυθμου Ουελμπέκ προσελκύει το ενδιαφέρον του κοινού, κάτι που έχει άμεσο αντίκτυπο στις πωλήσεις των βιβλίων του. Πέρα από τη βασική ιδιότητα του μυθιστοριογράφου, είναι επίσης ποιητής και δοκιμιογράφος, αλλά και ηθοποιός, παραγωγός και σκηνοθέτης ταινιών, τραγουδιστής κ.λπ.

Οτιδήποτε φέρει την υπογραφή του έχει εγγυημένη κατάληξη – το να μην περάσει απαρατήρητο, εφόσον είναι βέβαιο ότι θα συζητηθεί σε παγκόσμια κλίμακα και θα διχάσει κοινό και κριτικούς. Ο κυνισμός και η ωμότητα των γραπτών του συναγωνίζονται την οξυδέρκεια, την πρωτοτυπία της σκέψης, αλλά και την ευρυμάθειά του, αντανακλώντας κατά κάποιον τρόπο την προσωπική του διαδρομή ζωής και την ασυνήθιστη συγκρότησή του ως πνευματικού ανδρός. Το κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι, με οτιδήποτε καταπιάνεται, ο Ουελμπέκ ακολουθεί έναν εντελώς δικό του, sui generis δρόμο, ρισκάροντας ακόμη και τη γελοιοποίηση. Αυτό συνέβη το 2008, όταν αποφάσισε να μεταφέρει ο ίδιος στον κινηματογράφο ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματά του, «Η δυνατότητα ενός νησιού». Πάντως, προς απογοήτευση των οπαδών του, ούτε η κινηματογραφική διασκευή της «Υποταγής» είχε καλύτερη τύχη, παρόλο ότι ο ίδιος δεν ενεπλάκη περαιτέρω στη δημιουργία της.

Περίπλοκη προσωπικότητα

Ο Μισέλ Ουελμπέκ γεννήθηκε στη Ρεϊνιόν, ένα νησί κοντά στη Μαδαγασκάρη, το οποίο ανήκει στη Γαλλία. Ο πατέρας του ήταν προπονητής σκι και οδηγός βουνού, ενώ η μητέρα του γιατρός. Τα πρώτα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Αλγερία μαζί με μία από τις γιαγιάδες του. Οι γονείς του προτίμησαν να ακολουθήσουν έναν χίπικο τρόπο ζωής, εξ ου και «έχασαν από πολύ νωρίς κάθε ενδιαφέρον» για την ανατροφή του Μισέλ, όπως εξομολογήθηκε κάποτε ο ίδιος. Στα έξι του χρόνια εστάλη στη μητέρα του πατέρα του στη Γαλλία, το πατρώνυμο της οποίας ήταν Ουελμπέκ. Επέλεξε το επίθετο της κομμουνίστριας γιαγιάς του προκειμένου να σταδιοδρομήσει ως συγγραφέας αντί του πραγματικού του επωνύμου, το οποίο φάνταζε υπερβολικά κοινότοπο. Και ορθώς, εφόσον το «Τομά» (Thomas) ακούγεται και γράφεται εύκολα, αντίθετα από το «Ουελμπέκ» που είναι σπάνιο και αποτελεί πραγματική σπαζοκεφαλιά για να ορθογραφηθεί (Houellebecq).

Μετά από κάποιες ανώτερες σπουδές Γεωπονικής και διάφορες παράλληλες, πρώιμες απόπειρες στο πεδίο της συγγραφής με κριτικές, ποιήματα κ.λπ., το φαινόμενο Ουελμπέκ άρχισε να απογειώνεται με τα πρώτα ολοκληρωμένα μυθιστορήματα, και ιδιαίτερα με το δεύτερο, τα «Στοιχειώδη Σωματίδια» το 1998. Εκτοτε, ο Μισέλ Ουελμπέκ κατέκτησε φήμη και πλούτο, τιμήθηκε με το περίοπτο βραβείο Γκονκούρ και έγινε μέλος στη Λεγεώνα της Τιμής, διάκριση που αντιστοιχεί στον τίτλο του σερ, αλλά σε εκδοχή σύμφωνα με τα ήθη της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Σε ό,τι αφορά την προσωπική του ζωή, ο καθ’ ομολόγιαν του «μισογύνης» Ουελμπέκ έχει παντρευτεί τρεις φορές και είναι πατέρας ενός γιου 40 ετών. Η τρίτη του σύζυγος είναι η Κιανγιούν Λισίς Λι, μια φανατική αναγνώστρια και θαυμάστριά του από την Κίνα, κατά 34 χρόνια νεότερή του.

Κάθε βιβλίο του Ουελμπέκ προσθέτει, εμμέσως, ένα νέο κεφάλαιο στην αυτοβιογραφία του. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, «Σεροτονίνη», εκθέτει αριστοτεχνικά την περιπλάνησή του στην κατάθλιψη, στα ψυχοφάρμακα, καθώς και την υπαρξιακή αγωνία ενός άνδρα που πασχίζει να διατηρήσει μια στοιχειώδη ψυχική ισορροπία ενώ χάνει τη σεξουαλική του ορμή. Αντίστοιχα, στην «Υποταγή», μέσα στον γενικότερο εξισλαμισμό της Γαλλίας όπως τον φαντάζεται, ο διεκτραγωδεί την υποχώρηση του παραδοσιακού προτύπου για τον δυτικό άνδρα και το παιχνίδι της διέγερσης εκ μέρους των γυναικών. Σαρδόνια, όμως, ο Μισέλ Ουελμπέκ μέσω της υποταγής στη μωαμεθανική σεμνοτυφία κλείνει το μάτι στο ενδεχόμενο καλό της όλης υπόθεσης: την πολυγαμία.

Δημοφιλέστερα

To Top