Οικονομία

Credit Suisse: Οι τραπεζίτες που αλλάζουν σαν τα… πουκάμισα και η κατάρρευση της μετοχής

Λένε πως όταν το πλοίο βουλιάζει, τα ποντίκια φεύγουν πρώτα. Στην περίπτωση του ναυαγίου του ελβετικού τραπεζικού κολοσσού Credit Suisse, ωστόσο, αυτοί που έσπευσαν να φύγουν πρώτοι, δεν ήταν τα ποντίκια, αλλά τα στελέχη. Είναι πολύς καιρός τώρα που η τράπεζα αλλάζει σαν… τα πουκάμισα τα διοικητικά της στελέχη, τα οποία κλείνουν την πόρτα πίσω τους, όταν αντιλαμβάνονται τι έργο αναλαμβάνουν.

Εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι δεν είχαν άδικο. Η Credit Suisse έχει μπει σε μια θύελλα, με τη μετοχή της να καταρρέει σε ιστορικό χαμηλό και τη συζήτηση να έχει στραφεί στο εάν η ελβετική τράπεζα θα γίνει η Lehman Brothers της Ευρώπης. Η αλήθεια είναι ότι -έστω και σχετικές- ομοιότητες με την κατακρήμνιση της Lehman Brothers υπάρχουν, με κυριότερη την πτώση της μετοχής (έχει χάσει άνω του 53% της αξίας της στο τρέχον έτος, στο χαμηλό των 3,60 ελβετικών φράγκων, ή 3,64 δολαρίων και η κεφαλαιοποίησή της έχει συρρικνωθεί στο 1/3 των 30 δισ. φράγκων που ήταν τον Μάρτιο του 2021) και τον πανικό των επενδυτών, παρά τις διαβεβαιώσεις της διοίκησης ότι «η θέση μας είναι ξεκάθαρη. Έχουμε ισχυρή κεφαλαιακή θέση, ισχυρή ρευστότητα και ισχυρό ισολογισμό. Η διακύμανση της μετοχής δεν αλλάζει αυτό το στοιχείο».

Όμως στην περίπτωση της Credit Suisse, το πρόβλημα είναι πιο βαθύ. Η τράπεζα, όπως και οι έτερες κυριότερες ελβετικές, ταλανίζεται από σωρεία σκανδάλων, μια σειρά προστίμων, αποτυχημένο risk management και, εν τέλει, κακές οικονομικές επιδόσεις. Είναι τόσο σαρωτικά όλα αυτά, που η φήμη και η θέση την οποία έχτισε από το 1856, όταν και ιδρύθηκε, η τράπεζα, έχει σχεδόν περάσει στη λήθη. Έτσι, ο νέος διευθύνων σύμβουλος της Credit Suisse, Ούλριχ Κέρνερ, βρέθηκε ενώπιον θυέλλης όταν απλά ενημέρωσε -μέσω ενός εσωτερικού σημειώματος στην τράπεζα- ότι η Credit Suisse διαθέτει «ισχυρά κεφάλαια» και δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας. Κι αυτό επειδή κανείς δεν τον πίστεψε -αντίθετα θύμησε σε πολλούς τις προσπάθειες καθησυχασμού των ανθρώπων της Lehman Brothers λίγο πριν το κραχ του 2008.

Το παράξενο είναι ότι αυτή η δήλωση, η οποία έφερε το χάος, ήταν η πιο… αισιόδοξη του τελευταίου διαστήματος. Για παράδειγμα, μόλις λίγους μήνες πριν, ο -παραιτηθείς- διευθύνων σύμβουλος της Credit Suisse, Tόμας Γκοτστάιν, δικαιολογούσε τις κακές οικονομικές επιδόσεις στο γεγονός ότι «το 2021 ήταν μια πολύ απαιτητική χρονιά». Λίγο αργότερα, υπό το καθεστώς της ανωνυμίας, αξιωματούχος της Credit Suisse εξηγούσε ότι «τα νούμερα είναι καταστροφικά» και περιέγραφε ως «ιδιαίτερα πεσμένη» την ψυχολογία του προσωπικού, λόγω των αναμενόμενων περικοπών.

Όλα αυτά φαίνονται πολύ λογικά, με δεδομένο ότι η τράπεζα έχει εμπλακεί σε μια σειρά σκανδάλων “υψηλού προφίλ” τα τελευταία χρόνια. Το πιο “ηχηρό”, το οποίο κατέδειξε την ουσιαστική ανυπαρξία της διαχείρισης κινδύνου της Credit Suisse, ήταν η κατάρρευση του fund Archegos, και, λίγο αργότερα, η κατάρρευση της Greensill Capital (τα λεγόμενα δίδυμα σκάνδαλα). Ακολούθησαν σκάνδαλα βιομηχανικής κατασκοπείας, δοσοληψίες με εμπόρους ναρκωτικών και όπλων, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος στη Βουλγαρία.

Αν μιλάμε για σκάνδαλο που πλήττει το πρεστίζ, σκεφτείτε πόσο κακό έκανε στην Credit Suisse το γεγονός ότι ο οικονομικός εισαγγελέας της Γενεύης Ιβ Μπερτόσα, την “έκατσε” στο σκαμνί του κατηγορουμένου όταν εντόπισε περισσότερα από 60 δισ. δολάρια τα οποία πιστεύει ότι ξεπλύθηκαν μέσω της ελβετικής τράπεζας. Επρόκειτο για μια σειρά από 8 συναλλαγές που η Credit Suisse δεν κατάφερε να αποτρέψει ανάμεσα στο 2008 και το 2014 και συνιστούν, σύμφωνα με τον ίδιο, ξέπλυμα χρήματος.

O Πατρίς Λεσκοντρόν (καταδικασθείς σε φυλάκιση το 2018), ο οποίος είναι το κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση, φέρεται να πλαστογράφησε υπογραφές για να μεταφέρει παρανόμως δισεκατομμύρια, κυρίως από τους λογαριασμούς του μεγαλύτερου πελάτη του, του Γεωργιανού Μπιτζίνα Ιβανισβίλι, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αντισταθμίσει απώλειες σε χαρτοφυλάκια άλλων πελατών του.

Στα τέλη του προηγούμενου έτους, η Credit Suisse ήταν μια από τις τράπεζες (μαζί με τις επίσης ελβετικές UBS Group, HSBC Holdings και τις Barclays PLC, Royal Bank of Scotland) στις οποίες η Kομισιόν επέβαλε πρόστιμα ύψους 344 εκατ. ευρώ για τη συμμετοχή τους σε ένα καρτέλ στην αγορά spot συναλλάγματος. H UBS, η RBS και η HSBC, οι οποίες έχουν αποφασίσει να διευθετήσουν την υπόθεση, αντιμετωπίζουν συνολικό πρόστιμο 261 εκατ. Eυρώ. H Credit Suisse έχει δεχθεί πρόστιμο 83 εκατ. ευρώ με τη συνήθη διαδικασία με την EE. H έρευνα της Kομισιόν αποκάλυψε ότι ορισμένοι traders υπεύθυνοι για τις συναλλαγές στην αγορά spot συναλλάγματος των χωρών της G10, αντάλλασσαν ευαίσθητες πληροφορίες και σχέδια συναλλαγών, και περιστασιακά συντόνιζαν τις στρατηγικές συναλλαγών τους.

Τα… πουκάμισα

Τα σκάνδαλα δεν κόστισαν μόνο χρήματα και πελάτες στην Credit Suisse. Κόστισαν και τραπεζίτες. Το τελευταίο διάστημα, η τράπεζα καταγράφει τέτοια εκροή στελεχών που παρέχει οικονομικά κίνητρα για να τα κρατήσει στις θέσεις τους. Αν αυτό σας φαίνεται υπερβολικό, σκεφτείτε ότι μόνο τον περασμένο Ιούλιο, έδωσε κίνητρα ύψους 289 εκατ. φράγκων (304 εκατ. δολάρια). Και κάντε τη σύγκριση με τις πληρωμές παρακράτησης ύψους 395 εκατομμυρίων φράγκων που πραγματοποίησε όλο το περασμένο έτος, όταν επλήγη από τα δίδυμα σκάνδαλα του πελάτη Archegos Capital Management και του συνεργάτη Greensill Capital.

Αλλά ούτε και αυτά τα οικονομικά κίνητρα είναι ικανά να συγκρατήσουν τα στελέχη της Credit Suisse που η τράπεζα τα αλλάζει σαν τα… πουκάμισα. Τον Ιανουάριο παραιτήθηκε ο πρόεδρός της, Aντόνιο Oσόριο, μετά από επανειλημμένες παραβιάσεις των κανόνων καραντίνας Covid-19. Τον Οσόριο διαδέχθηκε ο Άξελ Λέμαν ο οποίος τον Μάρτιο κλήθηκε να βρει αντικαταστάτη για τον αντιπρόεδρό του, Σεβερίν Σουάν. Τον Σουάν “ξήλωσαν” οι μέτοχοι που ξεκαθάρισαν ότι εάν έθετε ξανά υποψηφιότητα, θα επιχειρούσαν να εμποδίσουν την επανεκλογή του στο διοικητικό συμβούλιο.

Δημοφιλέστερα


To Top