Σήμερα τη συναντάμε στην Κηφισιά, όπου ζει πλέον μόνιμα με την οικογένειά της. Πρόκειται για Έλληνες της διασποράς που πήραν τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψουν τη χώρα στην οποία είχαν ριζώσει για δεκαετίες και να βρουν καταφύγιο στην Ελλάδα. Η ίδια θυμάται πως η μετάβαση από την εποχή του Ούγκο Τσάβες στη διακυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο ξεκίνησε μέσα σε κλίμα πένθους αλλά και προσδοκίας. Όπως περιγράφει, ο λαός ήταν συντετριμμένος από τον θάνατο του Τσάβες, όμως στήριξε τον διάδοχό του, πιστεύοντας ότι θα συνεχίσει την ίδια πολιτική γραμμή.
Σύμφωνα με την ίδια, η ανοχή αυτή δεν κράτησε πολύ. Η σύγκριση άρχισε σχεδόν αμέσως και έγινε αμείλικτη, κυρίως γιατί η νέα διακυβέρνηση συνέπεσε με την πτώση της τιμής του πετρελαίου και τη μείωση της παραγωγής του, του βασικού οικονομικού πνεύμονα της χώρας. Στην πράξη, όπως λέει, η Βενεζουέλα βρέθηκε σε κατάσταση χρεοκοπίας. Από το 2012 και μετά, τα προβλήματα έγιναν μέρος της καθημερινότητας. Περιγράφει μια χώρα όπου το κράτος αδυνατούσε να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες: συχνές διακοπές ρεύματος, έλλειψη νερού ακόμη και για εβδομάδες σε ολόκληρες περιοχές, πλήρης απορρύθμιση των υποδομών. Αναφέρει χαρακτηριστικά ένα γενικευμένο μπλακ άουτ που διήρκεσε επτά ημέρες, διάστημα στο οποίο δεν υπήρχε ούτε ρεύμα ούτε νερό, ούτε καν βασικά αγαθά όπως πάγος, αναγκάζοντας τους πολίτες να αναζητούν μόνοι τους τρόπους επιβίωσης.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό άρχισε να συσσωρεύεται κοινωνική οργή. Το 2014, όπως θυμάται, πραγματοποιήθηκε η πρώτη μαζική διαδήλωση, με τη συμμετοχή χιλιάδων πολιτών. «Παρά το μέγεθός της, οι εικόνες αυτές δεν έφτασαν ποτέ ολοκληρωμένες στη διεθνή κοινότητα» σημειώνει.
Η αντίδραση της εξουσίας, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ήταν βίαιη και οργανωμένη.
«Εκτός από τον στρατό, το καθεστώς είχε συγκροτήσει παραστρατιωτικές ομάδες, ενώ είχαν εξοπλιστεί και οι λεγόμενοι “colectivos” μέσα από τις φαβέλες. Οι colectivos είναι ένοπλες παραστρατιωτικές ομάδες στη Βενεζουέλα, φιλοκυβερνητικές, που δρουν σε φτωχές περιοχές· ξεκίνησαν ως κοινοτικές οργανώσεις, αλλά εξελίχθηκαν σε μηχανισμό πολιτικού ελέγχου και καταστολής».
Όπως προσθέτει η Βασιλική, «αυτοί οι ένοπλοι αναπτύσσονταν σε κομβικά σημεία, όπως γέφυρες και οδικούς άξονες, και επιτίθεντο σε όσους επιχειρούσαν να φτάσουν στις διαδηλώσεις».
Στην αφήγησή της γίνεται σαφές ότι η καταστολή δεν έκανε διακρίσεις: «Υπήρξαν νεκροί, ακόμη και ανήλικοι, μαζικές συλλήψεις, μεταγωγές σε φυλακές με ακραίες συνθήκες κράτησης, βασανιστήρια, αλλά και εξαφανίσεις πολιτών». Όλα αυτά, όπως τονίζει, είχαν τεκμηριωθεί από την αντιπολίτευση. Αναφέρει ότι συμμετείχε και η ίδια σε διαδηλώσεις μαζί με φίλους της. Το ίδιο συνέβη και το 2017, στο δεύτερο μεγάλο κύμα κινητοποιήσεων, όταν για ακόμη μία φορά χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους, παρά τον φόβο.
