Αφετηρία αυτών των παρεμβάσεων αποτελεί η εφαρμογή του «Δόγματος Μονρόε» για την εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό έχει τις ρίζες του στο 1823 και έκτοτε επηρεάζει, άλλοτε εντονότερα και άλλοτε λιγότερο έντονα τις στρατηγικές γεωπολιτικές επιλογές των ΗΠΑ για το Δυτικό Ημισφαίριο.
Διόλου τυχαία όμως, η στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, που δημοσιεύθηκε πέρυσι αναφέρει: «Μετά από χρόνια παραμέλησης, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επαναβεβαιώσουν και θα επιβάλουν το “Δόγμα Μονρόε” για να αποκαταστήσουν την αμερικανική υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο και να προστατεύσουν την πατρίδα μας και την πρόσβασή μας σε βασικές γεωγραφικές περιοχές σε όλη την περιοχή».
Πριν 202 χρόνια, ο τότε Πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε υιοθέτησε το εν λόγω Δόγμα, σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει πλήρως τις ευρωπαϊκές αποικιοκρακτικές επιδιώξεις στην αμερικανική ήπειρο. Προειδοποίησε έτσι αυστηρά τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να μην αναμειγνύονται στις υποθέσεις του Δυτικού Ημισφαιρίου.
Το «Δόγμα Μονρόε» επεκτάθηκε αργότερα από τον Πρόεδρο Θίοντορ Ρούσβελτ το 1904, ο οποίος υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στρατιωτικά σε χώρες της Λατινικής Αμερικής για να αποτρέψουν «χρόνιες αδικίες και αστάθεια». Με το ανανεωμένο «Δόγμα» πλέον, οι ΗΠΑ αυτοπροσδιορίζονταν ως οι θεματοφύλακες της ασφάλειας σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο, απέναντι σε οποιεσδήποτε απόπειρες ξένων -και δη ευρωπαϊκών- δυνάμεων.
Αρχή με Βενεζουέλα
Η πρώτη ουσιαστική αμερικανική παρέμβαση στο πλαίσιο του διευρυμένου «Δόγματος Μονρόε» έγινε στη Βενεζουέλα. Δεν ήταν στρατιωτική επιχείρηση, αλλά παρέμεινε στα όρια της επίδειξης ναυτικής ισχύος. Οι ΗΠΑ απάντησαν στον ναυτικό αποκλεισμό που επέβαλαν στη Βενεζουέλα το 1903, Βρετανία, Γερμανία και Ολλανδία, αξιώνοντας την αποπληρωμή δανείων και την αποζημίωση υπηκόων τους, που είχαν εμπλακεί στην εξέγερση εναντίον του τότε δικτάτορα Τσιπριάνο Κάστρο. Η πανίσχυρη αμερικανική ναυτική δύναμη πέτυχε την άρση του ναυτικού αποκλεισμού. Ο Κάστρο ανετράπη αργότερα (1908) από πραξικόπημα που οργάνωσε ο αντιπρόεδρος του Γκόμεζ. Η νέα κυβέρνηση προχώρησε αμέσως σε ευνοϊκές για τις ΗΠΑ συμφωνίες, για την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Βενεζουέλας.
Οι “Μπανανίες”
Ελάχιστα αργότερα όμως, οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην «περιοχή δικαιοδοσίας» τους, όπως την αντιλαμβάνονταν έγιναν ολοένα και πιο ωμές. Έφτασαν συνολικά τις 13. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος «Μπανανία» (Banana Republic) προέκυψε ακριβώς έτσι. Δυο μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, η United Fruit Co. (η γνωστή σήμερα Chiquita Brands) και η Cuyamel Fruit Co. που εγκαταστάθηκαν στην Ονδούρα, θεωρούνται αιτίες του πραξικοπήματος του 1911 στην χώρα, κάτι που γέννησε ουσιαστικά τον όρο. Banana Republics αποκαλούνταν χώρες με αυταρχικά αντιδημοκρατικά καθεστώτα, οικονομίες ελεγχόμενες ασφυκτικά από ξένες μεγάλες επιχειρήσεις-κολοσσούς και κυβερνήσεις ουσιαστικά μαριονέτες, υπάκουες στον ξένο παράγοντα, που μάλιστα συχνά μεθόδευε πραξικοπήματα για την εγκατάσταση τους. Η επικυριαρχία των εταιρειών, η διαφθορά των τοπικών ελίτ και η φτώχεια, σε συνδυασμό με τις επεμβάσεις της Ουάσιγκτον, προσέδωσαν σε χώρες όπως η Γουατεμάλα, η Ονδούρα και ο Ισημερινός, τον χαρακτηρισμό της «Μπανανίας». Όρος που αργότερα επεκτάθηκε, αφορώντας και άλλες χώρες.
Κλασικό τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η εκδίωξη το 1954 του προέδρου της Γουατεμάλα, Χακόμπο Αρμπένς Γκουσμάν. Αιτία, ότι η αγροτική μεταρρύθμιση που σχεδίαζε, θα εθνικοποιούσε την περιουσία πολλών εταιρειών, ανάμεσά τους και της United Fruit Co. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν ανοιχτά την ανατροπή του. Επιπλέον ο Πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ θεωρούσε την κυβέρνηση του Γκουσμάν ως κομμουνιστική απειλή. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλες κατηγόρησε τον πρόεδρο της Γουατεμάλας ότι εγκαθίδρυσε μια «κομμουνιστικού τύπου βασιλεία τρόμου». Οι πράκτορες της CIA υποστήριξαν τότε μια δύναμη εξόριστων από τη Γουατεμάλα και εγκατέστησαν τον Κάρλος Καστίγιο Άρμας ως πρόεδρο. Αυτός γρήγορα ανέτρεψε τις μεταρρυθμίσεις του προκατόχου του.
