«Ειδικά στο σημερινό σύνθετο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό περιβάλλον, ο στόχος της χώρας μας είναι σαφής: η σύναψη ουσιαστικών εμπορικών συμφωνιών που αποδίδουν απτά οφέλη για τους παραγωγούς και τις επιχειρήσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα σταθερότητα και προβλεψιμότητα», δήλωσε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Αντώνης Φιλιππής.
Όπως σημείωσε, ωστόσο, «οι συμφωνίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν και αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας και παρακολούθησης». Αναφερόμενος ειδικά στη συμφωνία Mercosur, τόνισε ότι η ρήτρα διμερούς διασφάλισης «δεν αποτελεί πλήρη απάντηση στις ανησυχίες, αλλά συνιστά βασικό εργαλείο για τη διαμόρφωση, έστω και σε κάποιο βαθμό, δίκαιων συνθηκών ανταγωνισμού στον αγροδιατροφικό τομέα».
Η συμφωνία έρχεται έπειτα από περισσότερα από 20 χρόνια διαπραγματεύσεων. Ένα πρώτο πολιτικό πλαίσιο είχε διαμορφωθεί τον Ιούνιο του 2019, ενώ τα τελικά κείμενα εγκρίθηκαν από το Κολέγιο των Επιτρόπων τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Η εφαρμογή της προβλέπεται να εξελιχθεί σε δύο στάδια: αρχικά, μέσω της προσωρινής εφαρμογής του εμπορικού σκέλους της συμφωνίας, με άμεση ισχύ μετά την υπογραφή της, κατόπιν έγκρισης από το Συμβούλιο της Ε.Ε. με ειδική πλειοψηφία και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· και στη συνέχεια, μέσω της οριστικής κύρωσης της συνολικής συμφωνίας από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών.
Μεταξύ άλλων, η συμφωνία προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση εισαγωγικών δασμών, με δυνητικά οφέλη για ελληνικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, τα τυριά, τα ακτινίδια, τα ροδάκινα και τα αρτοσκευάσματα.
Παράλληλα, περιλαμβάνει προστασία για 20 ελληνικές γεωγραφικές ενδείξεις, με ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις. Για τη φέτα προβλέπεται μεταβατική περίοδος επτά ετών για υφιστάμενους χρήστες της ονομασίας, βάσει της ρήτρας «grandfathering».
Οι υπόλοιπες ονομασίες που θα προστατευθούν είναι το Ούζο, το Τσίπουρο, οι οίνοι Ρετσίνα Αττικής, Αμύνταιο, Νεμέα, Νάουσα, Μαντινεία, Σαντορίνη και Σάμος, τα ελαιόλαδα Καλαμάτα, Σητεία, Λυγουριό Ασκληπείου και Κολυμβάρι Χανίων, καθώς και η Μαστίχα Χίου, ο Κρόκος Κοζάνης, η ελιά Καλαμάτας, η Κονσερβοελιά Αμφίσσης, η Κεφαλογραβιέρα, το Μανούρι και η Κορινθιακή Σταφίδα Βοστίτσα.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur ανέρχονται σήμερα σε περίπου 34 εκατ. ευρώ. Η μείωση των δασμών εκτιμάται ότι θα μπορούσε να δώσει τη δυνατότητα σε ελληνικές επιχειρήσεις να αυξήσουν τις αποστολές τους, ενισχύοντας το μερίδιό τους στις συγκεκριμένες αγορές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ελαιόλαδο, προϊόν που αναμένεται να ωφεληθεί άμεσα από τη συμφωνία, καθώς οι χώρες της Mercosur – Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη και Ουρουγουάη – δεν διαθέτουν σημαντική εγχώρια παραγωγή, ενώ σήμερα επιβάλλουν δασμούς στο προϊόν. Η κατάργηση των δασμών αναμένεται να ενισχύσει την ελκυστικότητα του ελληνικού ελαιολάδου στις εν λόγω αγορές.
Αντιδράσεις αγροτών και μέτρα διασφάλισης
Παράλληλα, ευρωπαϊκές αγροτικές οργανώσεις έχουν εκφράσει αντιδράσεις στη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι τα φθηνότερα αγροτικά προϊόντα από τις χώρες της Mercosur, τα οποία συχνά παράγονται με χαμηλότερα περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα, ενδέχεται να δημιουργήσουν αθέμιτο ανταγωνισμό στην ενιαία αγορά.
Απαντώντας στις ανησυχίες αυτές, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε σχέδιο κανονισμού για την ενίσχυση των μηχανισμών διασφάλισης.
Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η δυνατότητα παρέμβασης εντός 21 ημερών από τη διαπίστωση διαταραχών στην αγορά αγροδιατροφικών προϊόντων, η διενέργεια ερευνών σε περιπτώσεις αύξησης εισαγωγών άνω του 8% ή όταν οι εισαγωγές είναι 10% χαμηλότερες από την εγχώρια παραγωγή, αυστηρότερη παρακολούθηση ανά κράτος-μέλος, ενίσχυση των φυτοϋγειονομικών και υγειονομικών ελέγχων, καθώς και η ενεργοποίηση του μηχανισμού «Unity Safety Net» ύψους 6,3 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, με αύξηση του Γεωργικού Αποθεματικού. Πρόκειται για θέσεις που αποτελούν και πάγιες διεκδικήσεις της ελληνικής πολιτείας.
