Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο ερευνητής/εντομολόγος στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο (προϊστάμενος Εργαστήριο Εντόμων και Παρασίτων Υγειονομικής Σημασίας-ΕΕΠΥΣ) και αναπληρωματικό μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΔΥ, δρ Αντώνιος Μιχαηλάκης, τα έντομα έχουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται πάρα πολύ εύκολα τις διαφορές της θερμοκρασίας. Το γεγονός αυτό, όπως τονίζει, αποτελεί παράγοντα για την επιβίωσή τους. «Δεν είναι τυχαίο το στερεότυπο που εδώ και χρόνια αναπαράγεται, ότι τα έντομα εμφανίζονται το καλοκαίρι κι εξαφανίζονται το χειμώνα. Είναι πολύ εύκολο γι’ αυτά να ανιχνεύσουν μικρές μεταβολές ακόμα και σε μικροκλίματα», αναφέρει ο δρ Μιχαηλάκης.
Ειδικότερα, ο βιολογικός κύκλος των κουνουπιών, σύμφωνα με τον δρ Μιχαηλάκη, εξαρτάται άμεσα από τη θερμοκρασία. Αυτό ωστόσο που παρατηρούν οι ερευνητές λόγω της κλιματικής αλλαγής είναι ότι οι προϋποθέσεις είναι ιδιαίτερα φιλικές γι’ αυτή την κατηγορία εντόμων, ακόμα και σε περιοχές που παλαιότερα, δεν ήταν.
«Ξαφνικά βρίσκουμε ένα νέο περιβάλλον φιλικό γι’ αυτά. Σε περιοχές όπου ήδη υπήρχαν, η θερμοκρασιακή αλλαγή που παρατηρείται μπορεί από τη μία να αυξήσει τον πληθυσμό τους πάρα πολύ. Στην περίπτωση των κουνουπιών, για τα οποία το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο του βιολογικού τους κύκλου, οι έντονες βροχοπτώσεις σε συνδυασμό με πολύ υψηλές θερμοκρασίες -πάνω από 30 βαθμούς Κελσίου- δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν τη ραγδαία αύξηση των πληθυσμών τους», επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Μιχαηλάκης και προσθέτει: «Στη Μεσόγειο πάμε για μία δωδεκάμηνη δραστηριότητα πλέον των εντόμων. Αυτό είναι μεγάλο θέμα και μαζί φοβόμαστε και τα νοσήματα που μεταφέρουν».
Το ερώτημα όμως που τίθεται αρκετά συχνά τα τελευταία χρόνια στους επιστήμονες είναι γιατί η παρουσία τους σε χώρες όπως η Ελλάδα διαρκεί όλο και περισσότερο.
Όπως εξηγεί ο δρ Μιχαηλάκης σε περιοχές όπου ο χειμώνας χαρακτηρίζεται ήπιος, η δραστηριότητά τους όχι μόνο δεν σταματάει αλλά παρατείνεται. «Για να μην μπορέσουν να ολοκληρώσουν τον βιολογικό τους κύκλο χρειάζονται χαμηλές παρατεταμένες θερμοκρασίες. Σε μέρη όπου ο χειμώνας χαρακτηρίζεται ήπιος, το κουνούπι όχι μόνο δεν σταματάει τη δραστηριότητά του, αλλά την παρατείνει. Εδώ χρειάζεται να θέσουμε και τον παράγοντα του μικροκλίματος. Αν το σπίτι μας είναι κατάλληλο, έχει θερμοκρασίες ευνοϊκές, και πηγαίνει το έντομο να κάνει διαχείμαση, δηλαδή να περάσει τον χειμώνα του, ξαφνικά βρίσκει πάλι ευνοϊκές συνθήκες συνεχίζοντας τον κύκλο του. Με αποτέλεσμα, τα τελευταία χρόνια, ειδικά για το κοινό κουνούπι (Culex pipiens) που είναι και ο κύριος διαβιβαστής του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, παραμένει δραστήριος σχεδόν όλο το έτος. Εδώ και χρόνια η επιστημονική κοινότητα το έχει καταγράψει σε πολλές περιοχές της Ελλάδας που σε πολλές περιπτώσεις πλέον δεν σταματάει η δραστηριότητά του. Χαρακτηριστικά να σας αναφέρω, ειδικά για την Αττική, ακόμη και την περίοδο που χιόνιζε και είχαμε πολλά προβλήματα με τις συγκοινωνίες μας στο λεκανοπέδιο της Αττικής, οι παγίδες μας συλλαμβάνανε κανονικά το Culex pipiens, καθώς οι θερμοκρασίες δεν ήταν κάτω από πέντε βαθμούς, ακόμη κι αν τοπικά είχαμε κάποιες χαμηλές θερμοκρασίες», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δρ Μιχαηλάκης.
Παράλληλα, στο μικροσκόπιο της επιστημονικής κοινότητας δεν τίθεται μόνο η προσαρμογή του κουνουπιού αλλά και η προσαρμογή των νοσημάτων που μεταδίδονται απ’ αυτό. «Το μεγάλο άγχος των επιστημόνων δεν είναι μόνο οι διαβιβαστές, δηλαδή τα κουνούπια που προσαρμόζονται. Φοβόμαστε και για τους ιούς και τις νόσους που μεταφέρουν. Σε έρευνα που διεξήγαμε διαπιστώσαμε ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου καταγράφηκε στα κουνούπια και κατά τη διάρκεια χειμερινών μηνών, όπως ο Ιανουάριος, ο Φεβρουάριος και ο Μάρτιος. Αυτό μας δείχνει ότι εκτός από το κουνούπι άρχισε να προσαρμόζεται και ο ιός στους ήπιους χειμώνες. Αυτό αλλάζει τα επιχειρησιακά δεδομένα. Για παράδειγμα, παραδοσιακά λέγαμε ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου σταματούσε τον χειμώνα και η εντομολογική παρακολούθηση και καταγραφή των κρουσμάτων ξεκινούσε περίπου τον Ιούλιο-Αύγουστο. Ωστόσο πλέον φοβόμαστε μήπως η μεταφορά του ιού από το κουνούπι στον άνθρωπο ξεκινήσει νωρίτερα, δηλαδή σε περιόδους που δεν είχαμε πρόβλημα», σημειώνει ο δρ Μιχαηλάκης.
Παράλληλα, προσθέτει ότι το ζήτημα με τον συγκεκριμένο ιό είναι ότι αν και δεν υπάρχει δυνατότητα μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο με το τσίμπημα του κουνουπιού, εντούτοις, μπορεί να γίνει μέσω της μετάγγισης αίματος. «Επομένως αυτό επηρεάζει το σύστημα αιμοδοσίας της χώρας μας. Το γεγονός αυτό μας δημιουργεί έναν πονοκέφαλο επιχειρησιακά με αποτέλεσμα να πρέπει συνεχώς να παρακολουθούμε το φαινόμενο, γιατί πρέπει να προστατεύσουμε έμμεσα τον ανθρώπινο πληθυσμό», υπογραμμίζει.
Το κουνούπι-τίγρης και οι νέες απειλές
Εκτός από το κοινό κουνούπι (Culex pipiens), που καταγράφεται στη χώρα μας και αποτελεί τον κύριο φορέα του ιού του Δυτικού Νείλου, ένα ακόμη είδος που έχει εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, είναι το Ασιατικό κουνούπι τίγρης (Aedes albopictus), το οποίο δραστηριοποιείται την ημέρα. Το κουνούπι αυτό, είναι δυνητικός φορέας για τους ιούς Chikungunya, Dengue και Zika. Σύμφωνα με τον δρ Μιχαηλάκη παρόλο που η αυτόχθονη μετάδοση (ατόμων που δεν μετακινήθηκαν ποτέ εκτός χώρας) αυτών των ασθενειών είναι (ακόμη) σπάνια, ο κίνδυνος υφίσταται, ειδικά εάν ένα μολυσμένο άτομο τον εισάγει στη χώρα μας (εισαγόμενο κρούσμα).
Μέχρι το 2022, η δραστηριότητά του περιοριζόταν από την άνοιξη έως τις αρχές του χειμώνα, ωστόσο, όπως σημειώνει ο δρ Μιχαηλάκης, οι ήπιοι χειμώνες που καταγράφονται έχουν αλλάξει τα δεδομένα.
«Το 2022 παρατηρήσαμε δραστηριότητα του τίγρη μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου. Ακόμα κι όταν δεν συλλαμβάναμε ακμαία έντομα, βρίσκαμε αυγά μέσα στον χειμώνα. Αυτό σημαίνει ότι το έντομο παρέμενε ενεργό, έστω και σε μικρούς πληθυσμούς, μη ανιχνεύσιμους από τις παγίδες μας. Η παρουσία αυγών, λοιπόν, καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα έστω και σποραδικά και όχι συνεχόμενα στα ίδια μέρη δείχνει ότι το έντομο προσαρμόστηκε πάρα πολύ εύκολα και επωφελήθηκε από αυτή την νέα κατάσταση», τονίζει.
