Το έγκλημα διαπράχθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024, αλλά αποκαλύφθηκε 5 μήνες αργότερα, όταν η 34χρονη υπέδειξε το σημείο ταφής του συντρόφου της. Όλο το προηγούμενο διάστημα αρνείτο οποιαδήποτε σχέση με την εξαφάνισή του, την οποία είχε δηλώσει η ίδια στην Αστυνομία, ώσπου το Φεβρουάριο του επόμενου έτους κλήθηκε να δώσει μία ακόμη κατάθεση στις Αρχές και υπέπεσε σε αντιφάσεις.
Στην απολογία της ενώπιον του Δικαστηρίου, η 34χρονη ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο, αναφέροντας ότι όλα έγιναν πάνω σε καβγά. Η υπεράσπισή της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα σωματικής βλάβης από αμέλεια, ζητώντας επιπλέον να κριθεί η κατηγορούμενη με μειωμένο καταλογισμό λόγω χρόνιας χρήσης ουσιών.
Οι ισχυρισμοί της όμως απορρίφθηκαν από τους δικαστές, που κάνοντας δεκτή την εισαγγελική πρόταση, την έκριναν ένοχη για ανθρωποκτονία με δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικών. Υπό αυτές τις συνθήκες επέστρεψε στην φυλακή.
