Στο ταμπλό, ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,26% στις 46.558 μονάδες, ο S&P 500 διολίσθησε σε ποσοστό 0,61% και τις 6.632 μονάδες και ο Nasdaq κατέγραψε απώλειες ύψους 0,93% πέφτοντας στις 22.105 μονάδες.
Με την επίδοση αυτή, και οι τρεις δείκτες ολοκλήρωσαν την εβδομάδα σε αρνητικό έδαφος. Ο S&P 500 μέτρησε απώλειες της τάξης του 1,5%, συμπληρώνοντας την τρίτη συνεχόμενη καθοδική εβδομάδα, για πρώτη φορά εδώ και περίπου έναν χρόνο. Ο Dow Jones έχασε περίπου 1,9% και ο Nasdaq 1,3%.
Στην αγορά ομολόγων, μετά την άνοδο που προκάλεσαν τα αδύναμα οικονομικά στοιχεία, οι κρατικοί τίτλοι έχασαν τη δυναμική τους, με τις μακροπρόθεσμες λήξεις να υποαποδίδουν. Η απόδοση του 10ετούς κινήθηκε στο 4,28% και του 2ετούς στο 3,73%.
Με τις Ηνωμένες Πολιτείες να εντείνουν τα πλήγματα κατά του Ιράν και αμφότερες τις πλευρές να απειλούν με περαιτέρω κλιμάκωση, οι επενδυτές παρέμειναν συγκρατημένοι. Μάλιστα, δημοσίευμα της WSJ υποστήριξε ότι το Πεντάγωνο στέλνει νέες ενισχύσεις στην περιοχή, πολεμικά πλοία και πεζοναύτες, δείχνοντας ότι προετοιμάζεται για έναν πόλεμο μεγαλύτερης διάρκειας από αυτόν που είχε αφήσει να εννοηθεί αρχικά ο Λευκός Οίκος.
«Υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια για τις αγορές αυτή τη στιγμή και το καλύτερο αποτέλεσμα θα ήταν ένας σύντομος πόλεμος», εξήγησε ο Κρις Ζακαρέλι της Northlight Asset Management. «Αν όμως η στρατιωτική σύγκρουση διαρκέσει πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο, θα μπορούσαμε να δούμε ακόμη μεγαλύτερες αρνητικές επιπτώσεις στις αγορές».
Την ίδια ώρα το μπλόκο στα Στενά του Ορμούζ συνεχίζει να τροφοδοτεί την άνοδο των πετρελαϊκών τιμών, που ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Η απόφαση των ΗΠΑ να χαλαρώσουν κάπως τις κυρώσεις κατά της Μόσχας, επιτρέποντας σε χώρες να αγοράζουν μέρος του ρωσικού αργού που έχει παραμείνει σε δεξαμενόπλοια, είχε σαν στόχο να συγκρατήσει τις διεθνείς τιμές, αλλά δεν θεωρείται αρκετή για να σταθεροποιήσει την ενεργειακή αγορά.
Το βασικό ερώτημα για τους επενδυτές είναι αν η άνοδος των πετρελαϊκών τιμών θα έχει διάρκεια, υποστήριξαν, σε σημείωμα τους, οι αναλυτές της Capital Economics. «Με βάση τα δεδομένα της αγοράς παραγώγων, οι επενδυτές εκτιμούν ότι υπάρχει πιθανότητα περίπου μία στις πέντε η τιμή του Brent να βρίσκεται στα 100 δολάρια ή και υψηλότερα για τρεις μήνες».
Υπό τα δεδομένα αυτά τα σημαντικά μακροοικονομικά στοιχεία της ημέρας πέρασαν σε… δεύτερη μοίρα.
Οι καταναλωτικές δαπάνες αυξήθηκαν οριακά τον Ιανουάριο, ενώ το ΑΕΠ αποδείχθηκε ασθενέστερο από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί στο τέλος του προηγούμενου έτους, ήτοι στο 0,7% από την αρχική εκτίμηση για 1,4%, υποδηλώνοντας ότι η οικονομία είχε ήδη αρχίσει να χάνει δυναμική πριν από την έναρξη του πολέμου.
Τα στοιχεία έδειξαν επίσης αύξηση των διαθέσιμων θέσεων εργασίας και μείωση των απολύσεων, ένδειξη ότι η ζήτηση για εργαζόμενους βελτιωνόταν πριν εμφανιστούν σημάδια επιβράδυνσης στην αγορά εργασίας.
