Μπροστά από τη χώρα μας, με μεγάλη βέβαια διαφορά στις ποσότητες βρέθηκαν η Ισπανία, η Ιταλία, η Τυνησία και η Τουρκία με μερίδιο αγοράς 33%, 31%,17% και 6% αντίστοιχα. Το ίδιο μερίδιο αγοράς (3%) με την Ελλάδα, κατέχει και η γειτονική στις ΗΠΑ Αργεντινή, με μικρότερες ποσότητες όμως και συγκεκριμένα 10.777 τόνους.
Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί, ότι την ίδια ώρα που σχεδόν όλες οι χώρες του πίνακα είχαν διψήφια αύξηση στις εξαγωγές ελαιολάδου προς τις ΗΠΑ την ελαιοκομική σεζόν 2024/2025 σε σχέση με την περίοδο 203/2024, η Αργεντινή σημείωσε βουτιά 14,4%.
Η καθιέρωση του ελληνικού ελαιολάδου στην αμερικανική αγορά δεν ήρθε από το πουθενά, αφού από το 2010, η πορεία είναι σταθερά ανοδική, για να φτάσει σήμερα η χώρα μας μέσα σε μια εξαετία να εξάγει στις ΗΠΑ κατά μέσο όρο 12.356 τόνους.
Mάλιστα σε όρους ποσοστιαίας αύξησης η Ελλάδα αναδεικνύεται πρωταθλήτρια, αφού οι εξαγωγές από την ελαιοκομική περίοδο 2023/2024 στην ελαιοκομική περίοδο 2024/2025 σημείωσαν άλμα 40%.
Η ακτινογραφία του ελληνικού ελαιολάδου που φτάνει στις ΗΠΑ
Τα έξτρα και βρώσιμα παρθένα ελαιόλαδα κυριαρχούν με μερίδιο 83% (11.277 τόνους) και τα κουπέ/ραφινέ καταλαμβάνουν το υπόλοιπο 17% (2.314 τόνους).
Αντίστοιχα, οι μικρές συσκευασίες μέχρι 18 κιλά (στις οποίες συμπεριλαμβάνοντα και οι 16κιλοι τενεκέδες) ανέρχονται στους 10.385 τόνους, δηλαδή το 76,4%, ενώ το 23,6% (3.206 τόνοι) εξάγεται σε ακόμη πιο μεγάλες χύμα συσκευασίες.
Συνολικά για το ελαιόλαδο που εξάγεται προς τις ΗΠΑ από όλες τις μεγάλες χώρες – εξαγωγείς υπερέχουν τα έξτρα και βρώσιμα παρθένα με 337.266 τόνους (77,1%) έναντι 100.044 τόνων (22,9%) του ελαιολάδου κουπέ/ραφινέ.
Κυριαρχούν επίσης οι μικρές συσκευασίες μέχρι 18 κιλά με 63,3% (276.914 τόνους) έναντι 36,7% (160.396 τόνους) μεγάλων συσκευασιών (χύμα).
Επιπλέον των ελαιολάδων εισάγονται και 21.648 τόνοι πυρηνελαίων ανεβάζοντας τον λογαριασμό στους 458.958 τόνους. Η βασική προέλευση είναι η Ισπανία (53,2%), ακολουθεί η Ιταλία (15,3%) και η Ελλάδα περιορίζεται στο 1,3%.
Δεδομένου ότι ο δασμός προς τις ΗΠΑ ανέρχεται στο 10% για όλες τις παραπάνω χώρες, αν δεν υπάρξει κάποιος έκτακτος παράγοντας, δεν αναμένεται κάποια σημαντική αλλαγή στη γενική τάση των εξαγωγών προς την αμερικανική αγορά.
