Παρά τη στενή συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι δύο πλευρές ενδέχεται να έχουν διαφορετική ανοχή ρίσκου και διαφορετικά «σενάρια για το τέλος του πολέμου», που συνεχίζει να εξελίσσεται. Σύμφωνα με πηγές στην Ουάσιγκτον, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ως ο πιο ένθερμος υποστηρικτής εντός του Λευκού Οίκου υπέρ της στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν, ευθυγραμμιζόμενος περισσότερο με τις μαξιμαλιστικές επιδιώξεις του Ισραήλ σε σχέση με συνεργάτες του.
Τρεις σύμβουλοι του Αμερικανού προέδρου εκτιμούν ότι ο ίδιος θα επιδιώξει τον τερματισμό των κύριων στρατιωτικών επιχειρήσεων νωρίτερα από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό. Ωστόσο, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ καθιστά απίθανη μια άμεση αμερικανική αποκλιμάκωση.
Ο συντονισμός ΗΠΑ και Ισραήλ για τους στόχους
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ΗΠΑ και Ισραήλ κινούνται συντονισμένα, αν και οι στόχοι τους διαφοροποιούνται. Η Ουάσιγκτον εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά σε στρατιωτικές υποδομές, όπως το πυραυλικό και πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, καθώς και στη ναυτική της ισχύ και τη χρηματοδότηση παραστρατιωτικών οργανώσεων. Αντίθετα, το Ισραήλ έχει επεκτείνει τις επιχειρήσεις του σε δολοφονίες υψηλόβαθμων στελεχών και ενέργειες που εκτιμάται ότι δημιουργούν προϋποθέσεις για αλλαγή καθεστώτος.
«Το Ισραήλ έχει άλλες προτεραιότητες και το γνωρίζουμε», δήλωσε αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, ενώ δεύτερος αξιωματούχος σημείωσε ότι «το Ισραήλ ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο να εξουδετερώσει την ηγεσία του Ιράν από ό,τι εμείς».
Ενδεικτικό της διαφοροποίησης ήταν το πρώτο κύμα επιθέσεων: το Ισραήλ στόχευσε την ηγεσία της Τεχεράνης, ενώ οι ΗΠΑ επικεντρώθηκαν σε πυραύλους και drones που απειλούσαν τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή. Παράλληλα, η Μοσάντ φέρεται να επιχείρησε να υποκινήσει χερσαία εισβολή από Κούρδους του βόρειου Ιράκ, χωρίς μέχρι στιγμής αποτέλεσμα.
Αντέδρασε η Ουάισνγκτον όταν βομβαρδίστηκαν ιρανικές εγκαταστάσεις πετρελαίου
Η βασική ένταση μεταξύ των δύο συμμάχων καταγράφηκε όταν το Ισραήλ βομβάρδισε ιρανικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης πετρελαίου. Η Ουάσιγκτον, που δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας, ζήτησε να μην επαναληφθούν τέτοιες επιθέσεις χωρίς έγκριση. «Το Ισραήλ δεν ενοχλείται από το χάος όσο εμείς. Εμείς θέλουμε σταθερότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά αξιωματούχος.
Παρά τις επιμέρους διαφωνίες, η σχέση Τραμπ–Νετανιάχου εμφανίζεται ενισχυμένη σε σχέση με το παρελθόν. Ο πόλεμος του περασμένου Ιουνίου θεωρήθηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο επιτυχία, με τον ίδιο να αποδίδει σημαντικά εύσημα στον Ισραηλινό πρωθυπουργό, ενώ στη συνέχεια στήριξε και πολιτικά τον Νετανιάχου.
Η πρόσφατη δολοφονία του επικεφαλής της ασφάλειας του Ιράν, Αλί Λαριτζανί, προκάλεσε αντιδράσεις αναλυτών που θεωρούσαν ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δίαυλος διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε ικανοποιημένος από την εξέλιξη, ενώ ο Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να έχει παρουσιάσει ακόμη και λίστα Ιρανών αξιωματούχων που έχουν ήδη στοχοποιηθεί ή πρόκειται να στοχοποιηθούν (το βίντεο με τον Αμερικανό πρέσβη στο Ισραήλ είναι χαρακτηριστικό).
Crossing names off the list is good – doing it shoulder to shoulder with our American friends is even better.
Good to see Ambassador @GovMikeHuckabee. Always a pleasure.
🇮🇱🇺🇸 pic.twitter.com/FZrZN03IZI
— Benjamin Netanyahu – בנימין נתניהו (@netanyahu) March 17, 2026
Η παραίτηση που ανέδειξε τις πιέσεις στην κυβέρνηση Τραμπ
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η παραίτηση του επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, Τζο Κεντ, με αιχμές ότι το Ισραήλ ώθησε την Ουάσιγκτον σε έναν περιττό πόλεμο, ανέδειξε πολιτικές πιέσεις για την κυβέρνηση. «Γνωρίζουμε ότι υπάρχει η εντύπωση πως ακολουθούμε το Ισραήλ, αλλά δεν ισχύει», δήλωσε σύμβουλος του Τραμπ.
Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αναγνώρισε ότι οι στόχοι των δύο χωρών «ενδέχεται να είναι κάπως διαφορετικοί», επισημαίνοντας τη γεωγραφική απόσταση. Αντίστοιχα, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναφέρουν ότι ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει παραδεχθεί διαφορές στις επιδιώξεις.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ ξεκαθάρισε ότι η τελική απόφαση για τη λήξη των επιχειρήσεων θα ληφθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες: «Οι στόχοι μας είναι δικοί μας. Εμείς θα καθορίσουμε τον ρυθμό και το πότε θα επιτευχθούν».
