Με άλλα λόγια, σχεδόν 1 ευρώ στα 2 που παράγει η οικονομία αντιστοιχεί σε οφειλές προς την εφορία.
Η εικόνα του τελευταίου διμήνου δείχνει καθαρά αυτή την εξέλιξη. Από τα 112,50 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο, τα ληξιπρόθεσμα αυξήθηκαν στα 113,15 δισ. ευρώ τον Νοέμβριο και στα 113,86 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο, δηλαδή κατά περίπου 1,35 δισ. ευρώ μέσα σε δύο μήνες.
Την ίδια ώρα, αλλάζει και η σύνθεση των χρεών. Τα ανεπίδεκτα είσπραξης αυξήθηκαν στα 35,03 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο, από 34,36 δισ. ευρώ τον Νοέμβριο και 27,31 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο, ενώ το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, δηλαδή το κομμάτι που θεωρείται εισπράξιμο, διαμορφώθηκε στα 78,83 δισ. ευρώ, παραμένοντας ουσιαστικά αμετάβλητο στο τέλος της χρονιάς.
Στα στοιχεία, πάντως, έχει εξαιρεθεί και μια ακραία οφειλή περίπου 2,4 δισ. ευρώ από λανθασμένη χρεωστική τροποποιητική δήλωση ΦΠΑ, ώστε να μην αλλοιώνεται η πραγματική εικόνα.
Παράλληλα, μειώθηκε και ο αριθμός των οφειλετών. Στο τέλος του 2025 ανήλθαν σε 3.713.275, έναντι 3.882.293 τον Νοέμβριο και 3.771.707 τον Δεκέμβριο του 2024.
Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε έναν χρόνο οι οφειλέτες μειώθηκαν κατά 58.432 ή κατά 1,55%, ενώ μόνο σε σχέση με τον Νοέμβριο η μείωση έφτασε τα 169.018 πρόσωπα.
Από τα στοιχεία της ΑΑΔΕ προκύπτει, επίσης, ότι ο ΦΠΑ και ο φόρος εισοδήματος συνεχίζουν να αποτελούν τις βασικές πηγές δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων.
Μόνο τον Δεκέμβριο του 2025, οι νέες οφειλές από φόρο εισοδήματος έφτασαν τα 358,39 εκατ. ευρώ και από ΦΠΑ τα 442,93 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η μεγαλύτερη πίεση εξακολουθεί να προέρχεται από τους δύο βασικούς φόρους.
