Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ, ο κατηγορούμενος φέρεται να διαχειριζόταν δύο εταιρείες «φαντάσματα» με έδρα την Κεντρική Μακεδονία, οι οποίες δεν είχαν πραγματική εμπορική δραστηριότητα. Οι εταιρείες δεν ήταν εγγεγραμμένες στο αρμόδιο μητρώο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δεν διέθεταν ενεργές έδρες και δεν πραγματοποιούσαν τραπεζικές συναλλαγές.
Από την έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων προέκυψε ότι, μέσω των εταιρειών αυτών, εκδίδονταν εικονικά τιμολόγια και πλαστές ετικέτες πιστοποίησης, τα οποία διοχετεύονταν σε αγρότες. Οι αγρότες τα χρησιμοποιούσαν στις Ενιαίες Αιτήσεις Ενίσχυσης προς τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., με στόχο την παράνομη είσπραξη επιδοτήσεων.
Η δραστηριότητα εκτείνεται χρονικά από τον Ιανουάριο 2023 έως τον Ιούλιο 2025. Συνολικά, η πρώτη εταιρεία εξέδωσε τιμολόγια καθαρής αξίας 440.066,27 ευρώ προς 368 αντισυμβαλλόμενους, ενώ η δεύτερη εξέδωσε τιμολόγια 185.360,02 ευρώ προς 151 αντισυμβαλλόμενους. Το συνολικό ύψος των εικονικών παραστατικών ανέρχεται σε 625.426,29 ευρώ.
Την ίδια ώρα, 289 παραγωγοί φέρονται να υπέβαλαν τα συγκεκριμένα παραστατικά στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., επιδιώκοντας να λάβουν παράνομα οικονομικές ενισχύσεις. Η εκτιμώμενη οικονομική ζημία εις βάρος των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται σε 227.539,20 ευρώ.
Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην οικία του κατηγορουμένου, παρουσία Τακτικού Προανακριτή, κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων παραστατικά, σφραγίδες εταιρειών, ιδιόχειρες σημειώσεις με πελατολόγιο, ηλεκτρονικός εξοπλισμός καθώς και αυτοκόλλητες ταινίες πιστοποίησης σπόρων.
Η δικογραφία αναμένεται να υποβληθεί στο Ελληνικό Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων.
