Στόχος της είναι να αποτρέψει τη συνέχιση της συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, η οποία έχει και τη στήριξη των ΗΠΑ, καθώς θεωρεί ότι η τριμερής αυτή διαμορφώνει έναν ισχυρό άξονα στην Ανατολική Μεσόγειο που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στις δικές της αναθεωρητικές και επεκτατικές βλέψεις.
Συγχρόνως, ενισχύει το Ισραήλ στο μέτωπο της Ανατολικής Μεσογείου, την ώρα που Αγκυρα και Τελ Αβίβ δοκιμάζουν τις αντοχές τους στη Συρία, στον Λίβανο, στη Γάζα αλλά και στο Κέρας της Αφρικής.
Ο πόλεμος στο Ιράν αποκαθήλωσε τους σχεδιασμούς που έκανε η Αγκυρα, καθώς χωρίς να μπορεί να αποκηρύξει το Ιράν, δεν γίνεται να είναι και ανοιχτά στο πλευρό του.
Η τουρκική ηγεσία διαχειρίστηκε τον πόλεμο στοχοποιώντας το Ισραήλ, προβάλλοντας έναν υποτιθέμενο μεσολαβητικό ρόλο που θα μπορούσε να έχει, προωθώντας συγχρόνως το ηγετικό της προφίλ στον μουσουλμανικό κόσμο και αναλαμβάνοντας σχεδόν μόνη τον «ιερό πόλεμο» εναντίον του Ισραήλ.
Διαπιστώνει όμως ότι είναι σαφής η επιλογή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για στήριξη και συμπόρευση με το Ισραήλ. Αυτό προκαλεί μεγάλη ανησυχία στην Αγκυρα, καθώς, παρά τα «καλά λόγια» του Τραμπ για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, παραμένουν οι σοβαρές εκκρεμότητες στις σχέσεις των δύο χωρών.
Η «περικύκλωση»
Και παρά τη σταδιακή απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία, στην Αγκυρα διαπιστώνουν ότι το πεδίο δεν μένει ελεύθερο, αντιθέτως το Ισραήλ, με την κάλυψη των ΗΠΑ, επιβάλλει τους δικούς του κανόνες και εκεί.
Εξάλλου, το Ισραήλ έχει διακηρύξει ότι δεν θα επιτρέψει την ανάπτυξη ξένων και μη φιλικών δυνάμεων στο συριακό έδαφος, κάτι που περιπλέκει τους σχεδιασμούς της Αγκυρας.
Ο Τραμπ σύντομα θα βρεθεί προ διλημμάτων, καθώς μόλις ξεκαθαρίσει το τοπίο με το Ιράν θα πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ δύο εκ των στενότερων συμμάχων των ΗΠΑ, της Τουρκίας, η οποία είναι και μέλος του ΝΑΤΟ, και του Ισραήλ.
Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει τη διπλωματική θέση της και με συγκολλητική ουσία τη Γάζα και τον Λίβανο έχει έρθει σε συνεννόηση με το Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο, χωρίς όμως ακόμη αυτή η σχέση να έχει μεταμορφωθεί σε πραγματική συμμαχία, κάτι που θα προκαλούσε σοβαρές ανατροπές στις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και θα επηρέαζε άμεσα και τα ελληνικά συμφέροντα.
Η Τουρκία δεν κρύβει πλέον την ανησυχία της για τη συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, διατυπώνοντας ευθέως και δημοσίως τον ισχυρισμό ότι το Ισραήλ χρησιμοποιεί τις δύο χώρες για την περικύκλωση της ίδιας.
Προσδίδει έτσι μια άλλη διάσταση και στις ελληνοτουρκικές και τουρκοκυπριακές σχέσεις, καθώς περιλαμβάνει την Ελλάδα και την Κύπρο στις εν δυνάμει απειλές για την ασφάλειά της.
Πλέον στην ήδη βαριά ατζέντα των Ελληνοτουρκικών προστίθεται και το ζήτημα της υποτιθέμενης απειλής από την Ελλάδα και την Κύπρο, ως αποτέλεσμα της συνεργασίας με το Ισραήλ.
Δυνάμεις στην Κύπρο και Patriot
Τις τελευταίες εβδομάδες η Τουρκία βρέθηκε αντιμέτωπη με γεγονότα τα οποία εκλαμβάνει ως τετελεσμένα εις βάρος της. Η ανάπτυξη στην Κύπρο ελληνικών δυνάμεων αλλά και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν ένα πρώτο μήνυμα ότι αυτή η χώρα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που η Ευρώπη θεωρεί ευρωπαϊκό έδαφος και για την υπεράσπιση του οποίου λειτουργεί, έστω και άτυπα, το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας περί αμοιβαίας συνδρομής.
Μια πρόβλεψη η οποία μπορεί να υλοποιηθεί και με μια «συμμαχία προθύμων», στην οποία η Τουρκία δεν διαθέτει βέτο, όπως έχει στο ΝΑΤΟ, σχετικά με την ενεργοποίηση του αντίστοιχου άρθρου 5 του Καταστατικού Χάρτη της Συμμαχίας.
Επίσης, έπεσαν στο κενό οι διαμαρτυρίες και οι ενστάσεις της στην ανάπτυξη των Patriot στην Κάρπαθο και των F-16 στη Λήμνο, αμφισβητώντας επί του πεδίου τη διεκδίκησή της για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών.
Στην Άγκυρα αντιλαμβάνονται ότι η «προσωρινή» αυτή μετακίνηση δυνάμεων θα κρατήσει αρκετό διάστημα, καθώς οι απειλές στην περιοχή δεν πρόκειται να εξαφανιστούν ακόμη και μετά από μια ενδεχόμενη συμφωνία ειρήνης με το Ιράν.
Η «σύσταση» του Ερντογάν την περασμένη Πέμπτη ότι η παρουσία ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Κύπρο, που μετακινήθηκαν λόγω του πολέμου στο Ιράν, «δεν θα πρέπει να καταστεί μόνιμη» είναι αποκαλυπτική της ανησυχίας της Άγκυρας για τα νέα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί, ενώ δεν θα αποτελέσει έκπληξη το αμέσως προσεχές διάστημα να γίνει η ίδια «σύσταση» και για την Κάρπαθο και τη Λήμνο, κάτι που έχει απορρίψει η Ελλάδα δηλώνοντας ότι η αμυντική διάταξη της χώρας είναι αποκλειστικό δικαίωμά της.
Φόβοι προβοκάτσιας
Σύμφωνα με διπλωματική πηγή, η πυροδότηση της δημόσιας συζήτησης στην Τουρκία, μετά και τις ελληνικές κινήσεις σε Κάρπαθο και Λήμνο, παρακολουθείται στενά από την Αθήνα και επί του πεδίου, ώστε να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενη προσπάθεια «ιδιωτών» να προκαλέσουν προβοκάτσιες στα νησιά που θεωρούν ότι έχουν δήθεν υποχρέωση αποστρατιωτικοποίησης, κάτι που, όπως συνέβη και στο παρελθόν, είχε προκαλέσει σοβαρή κρίση μεταξύ των δύο χωρών.
Ωστόσο, αυτό που έχει προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερο εκνευρισμό στην Αγκυρα είναι η προώθηση, ακόμη και εν μέσω πολέμου στο Ιράν, της υλοποίησης αμυντικών συμφωνιών του Ισραήλ με την Ελλάδα (είχε προηγηθεί η Κύπρος με τη συμφωνία για το πυραυλικό σύστημα Barak MX) με την υπογραφή της σύμβασης για την προμήθεια 36 συστημάτων πολλαπλών εκτοξευτών PULS, που εντάσσονται κι αυτά στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», καθώς και οι συμφωνίες που, σύμφωνα με πληροφορίες, έπονται για Barak MX και άλλα ισραηλινά συστήματα.
Τα συστήματα αυτά θα ενισχύσουν σημαντικά την ελληνική αποτρεπτική ισχύ σε ευαίσθητες περιοχές όπως τα νησιά. Συγχρόνως, η μεταφορά τεχνογνωσίας από το Ισραήλ και οι συμπαραγωγές θα βάλουν γερά θεμέλια στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, η οποία έπειτα από δεκαετίες επιχειρεί τα πρώτα τολμηρά βήματα που ήδη αποδίδουν καρπούς.
Επίσης, στην Αγκυρα θεωρούν ότι σημαντικό ρόλο στη στήριξη των ΗΠΑ προς την Ελλάδα αλλά και την Κύπρο, όπου ήδη υφίστανται στενή αμυντική συνεργασία, άρση του εμπάργκο μικρών όπλων, καθώς και στάθμευση και συνεκπαίδευση με αμερικανικές δυνάμεις έχει διαδραματίσει το ισραηλινό λόμπι στην Ουάσινγκτον.
Θεωρώντας ότι τώρα είναι μια καλή στιγμή, λόγω της αμφισβήτησης του Ισραήλ σε κέντρα λήψης αποφάσεων στις ΗΠΑ και της πρόκλησης ρηγμάτων στη σχέση του με το κατεστημένο της Ουάσινγκτον, η Αγκυρα στρέφει όλα τα πυρά της εναντίον του Μπέντζαμιν Νετανιάχου και του Ισραήλ.
Και στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύει και τους συμμάχους του στην περιοχή, την Ελλάδα και την Κύπρο, ώστε να δημιουργήσει μια συκοφαντική εικόνα για τις δύο χώρες σε όσους στην Ουάσινγκτον αντιτίθενται στον Νετανιάχου. Καλύπτει, δε, ένα μεγάλο τόξο, από την άκρα Δεξιά του MAGA μέχρι τη φιλελεύθερη και αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος.
Οι χώρες του Κόλπου
Η τακτική αυτή της Αγκυρας αποσκοπεί και στο να υπονομεύσει τις άριστες σχέσεις της Ελλάδας με τις χώρες του Κόλπου.
Ωστόσο, ούτε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ούτε στο Μπαχρέιν, ούτε στο Κουβέιτ είναι πρόθυμοι να παρακολουθήσουν τους τυχοδιωκτισμούς και τους μεγαλοϊδεατισμούς της Τουρκίας, ενώ και η Σαουδική Αραβία παραμένει γενικά επιφυλακτική, καθώς το πρόβλημά της τώρα δεν είναι τόσο το Ισραήλ όσο το Ιράν, αφού ο πόλεμος ανέδειξε την αχίλλειο πτέρνα των χωρών του Κόλπου.
Οσο παραμένει στο παιχνίδι ως ισχυρός περιφερειακός παίκτης το Ιράν, οι χώρες του Κόλπου θα παραμένουν όμηροι των διαθέσεων της εκάστοτε ηγεσίας του.
Ειδικά η Σαουδική Αραβία, πέραν των βαρύγδουπων δηλώσεων, αυτό που είδε επί του πεδίου και έχει εκτιμήσει είναι ότι η άμυνα και ασφάλεια των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στο λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα δεν εξασφαλίστηκε με τουρκικούς, πακιστανικούς ή αιγυπτιακούς πυραύλους, αλλά με τους ελληνικούς Patriot.
Η Αθήνα, εξάλλου, με δημόσιες παρεμβάσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη έχει αποστασιοποιηθεί από επιλογές του Ισραήλ τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Οχθη, ενώ με κάθε τρόπο έχει εκφράσει την αντίθεσή της στην πολιτική που ακολουθεί στον Λίβανο.
Πρόκειται για δηλώσεις με τις οποίες διαχωρίζεται η στρατηγική σχέση των δύο χωρών από συγκεκριμένες επιλογές της κυβέρνησης Νετανιάχου, αν και η αίσθηση είναι ότι αποτελούν επιλογές του Ισραήλ και όχι απλώς μιας κυβέρνησης.
Απροετοίμαστη για πυραυλικές επιθέσεις
Για την Τουρκία, όμως, υπάρχει μία ακόμη σημαντική πρόκληση που αφορά την προσπάθεια αποδυνάμωσης του ΝΑΤΟ από τον πρόεδρο Τραμπ. Ο πόλεμος στο Ιράν ξεγύμνωσε το αφήγημα του ισχυρού τουρκικού στρατού, καθώς η χώρα βρέθηκε απροετοίμαστη να αποκρούσει πυραυλικές επιθέσεις, επαφίοντας την αντιπυραυλική άμυνα στο ΝΑΤΟ. Οι Ευρωπαίοι κινούνται για την κάλυψη του κενού που θα δημιουργούσε στην ασφάλεια της ηπείρου μια αποστασιοποίηση των ΗΠΑ, αλλά η συμμετοχή της Τουρκίας σε ένα τέτοιο σχήμα δεν είναι ούτε εύκολη ούτε επιθυμητή από πολλούς Ευρωπαίους, οι οποίοι δεν θα ήθελαν να επιμεριστούν την ευθύνη της άμυνας και ασφάλειας της Τουρκίας.
Αντιθέτως, η Αγκυρα βλέπει ότι η Ελλάδα είναι μέρος αυτών των διεργασιών και παρακολουθεί επίσης με ανησυχία τη στενή αμυντική σχέση της χώρας μας με τη Γαλλία, η οποία θα επαναβεβαιωθεί με την επίσκεψη του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα την ερχόμενη εβδομάδα.
Πίεση στη Θράκη
Η Τουρκία, πιστή στην τακτική που έχει υιοθετήσει τον τελευταίο καιρό, επιμένει να αναδεικνύει με κάθε ευκαιρία το θέμα της «τουρκικής μειονότητας», θέλοντας έτσι να ασκήσει πίεση στην Ελλάδα. Η αιχμηρή ανακοίνωση που εξέδωσε το τουρκικό ΥΠΕΞ, με αφορμή την έναρξη της διαδικασίας για την ανάδειξη των νέων μουφτήδων Ξάνθης και Κομοτηνής από το εκλεκτορικό σώμα που προβλέπει ο νέος νόμος, περιλάμβανε και μια έμμεση απειλή θέτοντας το μειονοτικό και την αναγνώριση των αυτοαποκαλούμενων «μουφτήδων» ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των σχέσεων.
«Τονίζουμε ότι ο τερματισμός των κατασταλτικών πρακτικών της Ελλάδας προς τους ομογενείς μας θα επηρεάσει θετικά τις διμερείς μας σχέσεις. Καλούμε τις ελληνικές αρχές να γυρίσουν πίσω από τον λάθος δρόμο που ακολουθούν επίμονα σχετικά με την τουρκική μειονότητα στη Δυτική Θράκη», ανέφερε η ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ, η οποία απαντήθηκε δεόντως από το αντίστοιχο ελληνικό.
Το τουρκικό κρατικό δίκτυο TRT World, μάλιστα, πρόβαλε ένα ειδικό «αφιέρωμα» με τίτλο: «Προδίδοντας τη Λωζάννη: Η συντονισμένη εκστρατεία της Ελλάδας για την καταστολή της τουρκικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη». Στο αφιέρωμα αναφερόταν ότι «πέρα από την άρνηση ονομάτων και τίτλων, η Αθήνα αναπτύσσει μια πολυεπίπεδη στρατηγική για να καταπνίξει τους θεσμούς, την πνευματική ηγεσία και τις μελλοντικές γενιές της τουρκικής μειονότητας». Το περιεχόμενο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο συντονισμένης καμπάνιας, η οποία, βεβαίως, αναμεταδόθηκε από πλήθος τουρκικών ΜΜΕ.
