Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Γιώργου Ζανιά:
Κυρίες και κύριοι Μέτοχοι,
Αγαπητοί προσκεκλημένοι,
Τις τελευταίες σχεδόν δύο δεκαετίες, η αβεβαιότητα τείνει να γίνει η νέα κανονικότητα. Διαδοχικές κρίσεις επηρεάζουν τις αγορές και τις ζωές μας. Παράλληλα όμως, οι κρίσεις αυτές φαίνεται να έχουν οδηγήσει και στη δημιουργία κάποιων «αντισωμάτων» στις αγορές, ενώ η ελληνική οικονομία φαίνεται να κινείται σταθερά και σχετικά ικανοποιητικά, με μικρούς μόνο κλυδωνισμούς, μέσα σε ένα τέτοιο αβέβαιο περιβάλλον.
Τη χρονιά που πέρασε, η παγκόσμια οικονομία αναπτύχθηκε με τον αρκετά ικανοποιητικό ρυθμό 3,3%, δεδομένου του αριθμού και της έντασης των διαταραχών που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους. Το 2026 εισήλθε επίσης με θετική δυναμική. Η αναζωπύρωση όμως των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή τις τελευταίες εβδομάδες και οι επακόλουθες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, θέτουν σε δοκιμασία την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Καθοριστικής σημασίας για τις επιπτώσεις της εν λόγω διαταραχής δεν είναι τόσο το μέγεθος της ανόδου των τιμών, όσο το χρονικό διάστημα διατήρησής τους σε υψηλά επίπεδα, καθώς η επιμονή των υψηλών τιμών ενισχύει τις πληθωριστικές προσδοκίες, αυξάνοντας τις πιθανότητες συσταλτικής νομισματικής πολιτικής και τον κίνδυνο εμφάνισης στασιμοπληθωρισμού.
Συνεπώς, εφόσον η τρέχουσα εκεχειρία διατηρηθεί και μετατραπεί σε διαρκή ειρήνη στην περιοχή, και οι τιμές της ενέργειας αρχίσουν να υποχωρούν σχετικά σύντομα, όπως εκτιμάται από τις αγορές, οι μέχρι σήμερα επιπτώσεις μπορούν να θεωρηθούν διαχειρίσιμες. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι ορισμένοι παράγοντες, που βρίσκονται σε λειτουργία, ενισχύουν τον βαθμό ανθεκτικότητας της παγκόσμιας οικονομίας. Τέτοιοι παράγοντες είναι η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας χάρη στην τεχνολογική πρόοδο, και η μειωμένη εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο λόγω της εισόδου, μεταξύ άλλων, και των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μείγμα.
Η Ευρωζώνη, ως μεγάλος καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο ευάλωτων περιοχών στην άνοδο των τιμών της ενέργειας. Γι’ αυτό, ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης εκτιμάται από την ΕΚΤ ότι θα υποχωρήσει στο 0,9% περίπου το 2026, από 1,5% το 2025, με τις προβλέψεις ωστόσο να διέπονται από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου.
Εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων, πολιτικών ανακατατάξεων και διάχυτης αβεβαιότητας, η ελληνική οικονομία παρέμεινε ανθεκτική και το 2025. Ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσής της διατηρήθηκε στο 2,1%, συνεχίζοντας να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης για 5ο συναπτό έτος, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 8,9% το 2025, στο χαμηλότερο δηλαδή επίπεδο από το 2008. Θετικά αποτιμάται και η βελτίωση της σύνθεσης του ΑΕΠ. Με ώθηση από τα έργα του ΤΑΑ, ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο επιταχύνθηκε, η ψαλίδα του εξωτερικού ελλείμματος περιορίστηκε, ωστόσο, η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε βασικός μοχλός μεγέθυνσης, τροφοδοτούμενη από το επίμονα αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών.
Παρά την ασθενή ανάπτυξη στην Ευρωζώνη και τη διάχυτη διεθνή γεωπολιτική αστάθεια, το ΔΝΤ – τον Απρίλιο 2026 – προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να υπεραποδίδει το 2026 (+1,8%), στηριζόμενη στην ανθεκτική κατανάλωση των νοικοκυριών και στις επενδύσεις του ΤΑΑ, προτού επιβραδύνει στο 1,7% το 2027, με την ανεργία να αποκλιμακώνεται περαιτέρω στο 7,4%. Πρόκληση βέβαια αποτελεί η προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ώστε να αποφευχθεί απότομη επιβράδυνση μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ.
Σε αντίθεση, όμως, με την Ευρωζώνη, όπου ο πληθωρισμός είχε υποχωρήσει κάτω από το 2%, στην Ελλάδα, ακόμα και πριν το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν, παρέμενε επίμονα κοντά στο 3% λόγω υπερθέρμανσης της οικονομίας και των δυσλειτουργιών που έχουν απομείνει σε αγορές προϊόντων, υπηρεσιών και εργασίας. Εάν επιμείνει το διαφορικό του πληθωρισμού, ενδέχεται να επιφέρει επιβάρυνση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας. Η εν εξελίξει ενεργειακή κρίση συμβάλλει αρνητικά στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού.
Πρόβλημα παραμένει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο υποχώρησε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024, παραμένοντας όμως άνω του 5% του ΑΕΠ καθ’ όλη τη μεταπανδημική περίοδο. Δεδομένης της υψηλής εξάρτησης τόσο της κατανάλωσης όσο και της παραγωγής από τις εισαγωγές, το ΔΝΤ αναμένει ότι το έλλειμμα θα παραμείνει υψηλό μεσοσοπρόθεσμα (2026: 6,4%, 2027: 5,7%), καταδεικνύοντας την ατελή μεταρρύθμιση του οικονομικού υποδείγματος της χώρας και δημιουργώντας κάποιους κινδύνους για τη μακροχρόνια ανάπτυξη. Η μείωσή του κάτω από το 3% του ΑΕΠ είναι απαραίτητη, αλλά αυτό απαιτεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ποιοτικής ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η χώρα μας έχει επιστρέψει πλήρως σε πρωτογενή πλεονάσματα μετά την πανδημία, με το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης να διαμορφώνεται στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, ενώ το συνολικό ισοζύγιο κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ. Δημοσιονομικά η Ελλάδα αποτελεί μια άλλη χώρα σε σχέση με την περίοδο της κρίσης. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αποκλιμακώθηκε περαιτέρω στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, με πρόβλεψη από το ΔΝΤ να «πέσει» στο 136,9% μέχρι το 2027 λόγω της σχετικά γρήγορης ανάπτυξης, του σχετικά υψηλού πληθωρισμού και των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.
