Σύμφωνα με τον οίκο, ο πόλεμος και η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές λειτουργούν ως νέος παράγοντας πίεσης για την ευρωπαϊκή οικονομία, με την Ελλάδα να επηρεάζεται μέσω τριών βασικών καναλιών: τουρισμός, ενέργεια και κατανάλωση. Η αύξηση των τιμών πετρελαίου και μεταφορών επιβαρύνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά, ενώ η εξασθένηση της ευρωπαϊκής ζήτησης ενδέχεται να φρενάρει εξαγωγές και επενδυτικές ροές.
Ωστόσο, η εικόνα μόνο απαισιόδοξη δεν είναι. Η S&P αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει σήμερα «άμυνες», που δεν υπήρχαν σε παλαιότερες εξωτερικές κρίσεις. Πρώτη γραμμή άμυνας είναι ο τουρισμός, ο οποίος, παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις, εμφανίζει ισχυρές κρατήσεις και λειτουργεί ως βασικός σταθεροποιητής.
Δεύτερος πυλώνας είναι οι επενδύσεις, με ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, τις υποδομές και τα ιδιωτικά projects, που περιορίζουν τον αντίκτυπο της εξωτερικής επιβράδυνσης. Τρίτος παράγοντας είναι η βελτιωμένη δημοσιονομική θέση της χώρας, η οποία προσφέρει περιθώριο στήριξης εφόσον χρειαστεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη ενεργοποιούνται πακέτα στήριξης για να απορροφηθούν μέρος των πιέσεων από την ενεργειακή κρίση.
Η ουσία της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα περνά από φάση υψηλής ανάπτυξης σε φάση πιο μετριοπαθούς, αλλά όχι εύθραυστης, επέκτασης. Το 1,7% συνιστά σαφή υποβάθμιση, αλλά εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον αναμενόμενο μέσο όρο της ευρωζώνης, κάτι που διατηρεί το αφήγημα σχετικής υπεραπόδοσης.
Διαβάστε αναλυτικά στο newmoney.gr
