Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το τμήμα του κειμένου που αφορά στην Ευρώπη, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση συνδέει τις πολιτικές ανοιχτών συνόρων και την παγκοσμιοποίηση με την εξάπλωση της τρομοκρατίας, κάνοντας λόγο για «εκκολαπτήριο τρομοκρατικών απειλών». «Είναι πασίδηλο ότι αυτές οι καλά οργανωμένες εχθρικές οργανώσεις εκμεταλλεύονται τα ανοικτά σύνορα και τα ιδανικά της παγκοσμιοποίησης, με τα οποία συνδέονται. Όσο περισσότερο εξαπλώνονται αυτές οι ξένες κουλτούρες, κι όσο περισσότερο διαρκούν οι τρέχουσες πολιτικές στην Ευρώπη, τόσο περισσότερη τρομοκρατία θα υπάρχει» αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο που έδωσε στη δημοσιότητα ο Λευκός Οίκος.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της στρατηγικής φέρεται να είχε ο σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ, Σεμπάστιαν Γκόρκα -ένας άνθρωπος, ο οποίος έχει βρεθεί στο επίκεντρο επικρίσεων τα προηγούμενα χρόνια, καθώς οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον έχουν συνδέσει με ομάδες της άκρας δεξιάς, κυρίως στην Ουγγαρία, αλλά και σε άλλες χώρες.
Ο Γκόρκα, γιος Ούγγρων γονέων που διέφυγαν στη Βρετανία μετά την Ουγγρική Επανάσταση του 1856 και την καταστολή της από τη Σοβιετική Ένωση, ήρθε στον κόσμο το 1970. Σπούδασε και εργάστηκε σε θέματα ασφάλειας και αντιτρομοκρατίας, ενώ απέκτησε αμερικανική υπηκοότητα το 2012, έχοντας προηγουμένως μεταναστεύσει στις ΗΠΑ.
Η πολιτική και δημοσιογραφική του πορεία τον οδήγησαν για μικρό διάστημα στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ. Το 2017 αποχώρησε από τον Λευκό Οίκο, έπειτα από εσωτερικές συγκρούσεις, αλλά παρέμεινε ενεργός στο πολιτικό και μιντιακό περιβάλλον της αμερικανικής δεξιάς, κυρίως μέσω ραδιοφωνικών εκπομπών, podcasts και τηλεοπτικών εμφανίσεων. Σήμερα, είναι σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου σε θέματα εθνικής ασφάλειας.
Στο παρελθόν, ο Γκόρκα έχει υποστηρίξει ότι το 98% των «τρομοκρατών» στις ΗΠΑ είναι μουσουλμάνοι, ενώ σε άρθρο του στο Breitbart, το 2016, κατηγόρησε τους μουσουλμάνους μετανάστες ότι αντιστρατεύονται τις αμερικανικές αξίες και «θέλουν να σκοτώσουν τους Αμερικανούς». Ως αποτέλεσμα -ή συνέπεια- δεν ήταν λίγοι -το αντίθετο- εκείνοι που τον κατηγόρησαν για ισλαμοφοβία. Η Οργάνωση Συμβουλίου Αμερικανο-Ισλαμικών Σχέσεων (CAIR), μάλιστα, τον χαρακτήρισε ως «αντιμουσουλμάνο ρατσιστή».
Απτόητος ο ίδιος, έχει κατά καιρούς εξηγήσει, σε άρθρα και τηλεοπτικές του εμφανίσεις, πως βλέπει το Ισλάμ ως τη ρίζα του προβλήματος, παραβλέποντας, σύμφωνα με τους επικριτές του, τις παραποιημένες ερμηνείες και τη χρήση του Ισλάμ από εξτρεμιστές, για να δικαιολογήσουν τη βία. Παράλληλα, είναι σφοδρός επικριτής της μετανάστευσης της πολιτικής των «ανοιχτών συνόρων», ενώ έχει ανοιχτά υποστηρίξει ότι η Δύση βρίσκεται σε ιδεολογική και πολιτισμική σύγκρουση με τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό.
Δημοσιεύματα και οργανώσεις στις ΗΠΑ και την Ευρώπη έχουν αναφερθεί σε φερόμενες σχέσεις ή επαφές του με εθνικιστικούς και ακροδεξιούς κύκλους στην Ουγγαρία. Ο ίδιος έχει απορρίψει κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς.
Τα τελευταία χρόνια συνεχίζει να παρεμβαίνει σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, μεταναστευτικής πολιτικής και εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, παραμένοντας μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του στενού πολιτικού κύκλου του Τραμπ, ενώ είναι και άμεσος συνεργάτης μίας ακόμη επιφανούς προσωπικότητας της αμερικανικής Δεξιάς: του Στιβ Μπάνον.
Η σκληρή ρητορική του για την Αριστερά, αλλά και εν γένει για την Ευρώπη, την οποία «βλέπει» ως… εκκολαπτήριο τρομοκρατών, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον Γκόρκα, με νέα «πυρά» από τους επικριτές τους…
