Τραπεζικοί λογαριασμοί, κινήσεις POS, στοιχεία από το myDATA, δηλώσεις εισοδήματος και ΦΠΑ, ενοίκια, αναδρομικά αποδοχών και καταναλωτικές δαπάνες περνούν πλέον από ηλεκτρονικό κόσκινο, με την Εφορία να «χτυπά» περιπτώσεις όπου τα δηλωμένα εισοδήματα δεν συμβαδίζουν με την πραγματική οικονομική εικόνα των φορολογουμένων.
Στο μικροσκόπιο μπαίνουν εργαζόμενοι και συνταξιούχοι που δεν δήλωσαν αναδρομικά ή άλλες αποδοχές, ιδιοκτήτες ακινήτων με αδήλωτα έσοδα από ενοίκια, φορολογούμενοι με εισοδήματα από το εξωτερικό, αλλά και επαγγελματίες ή επιχειρήσεις που δεν υπέβαλαν ή υπέβαλαν εκπρόθεσμα συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών – προμηθευτών.
Παράλληλα, οι ελεγκτές της ΑΑΔΕ εντόπισαν περιπτώσεις όπου τροποποιήθηκαν αδικαιολόγητα προσυμπληρωμένα στοιχεία στις φορολογικές δηλώσεις, αλλά και υποθέσεις με μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις τραπεζικές κινήσεις, τις δαπάνες διαβίωσης και τα εισοδήματα που δηλώθηκαν στην εφορία.
Με το νέο μοντέλο αυτοματοποιημένων ελέγχων, η φορολογική διοίκηση προχωρά πλέον απευθείας στην έκδοση πράξεων διοικητικού προσδιορισμού φόρου, αξιοποιώντας τα ψηφιακά δεδομένα που έχει ήδη στη διάθεσή της από τράπεζες, πλατφόρμες, επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς. Πολλές από τις συγκεκριμένες υποθέσεις αφορούν παλαιότερες χρήσεις που ελέγχονται μέσα στο 2026.
Την ίδια ώρα, από το δεύτερο εξάμηνο του έτους ενεργοποιείται και το νέο σύστημα επιβολής φόρων «κατ’ εκτίμηση» για όσους δεν υπέβαλαν καθόλου φορολογική δήλωση, παρότι είχαν σχετική υποχρέωση.
Στις περιπτώσεις αυτές, η ΑΑΔΕ θα υπολογίζει μόνη της το φορολογητέο εισόδημα με βάση το επίπεδο διαβίωσης, τις τραπεζικές κινήσεις, τις ηλεκτρονικές συναλλαγές και τα στοιχεία που προκύπτουν από τις ψηφιακές πλατφόρμες και τα αρχεία της φορολογικής διοίκησης.
Τα εκκαθαριστικά που θα αποστέλλονται θα περιλαμβάνουν τόσο τον φόρο όσο και πρόστιμα μη υποβολής δήλωσης, τα οποία θα φτάνουν από 10% έως και 50% του φόρου που θα βεβαιώνεται. Οι φορολογούμενοι θα ενημερώνονται μέσω e-mail ή μέσω των προσωπικών λογαριασμών τους στις ψηφιακές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ.
