Όπως εξήγησε ο σπηλαιοδύτης Αντώνης Γράφας «είχαμε το φαινόμενο της ρουφήχτρας που δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα. Το πήγαμε βήμα-βήμα και με τον συντονισμό που είχαμε με τα εξειδικευμένα παιδιά του λιμενικού καταφέραμε να ανασύρουμε τη σορό».
Σύμφωνα με τον ίδιο «δυστυχώς επειδή ο καιρός γύρισε δυτικός είχαμε ορατότητα ενός μέτρου, συν ότι ρουφάει προς τα μέσα και όλο αυτό δεν βοηθάει να επικοινωνήσεις εύκολα ακόμα και με όποιον είναι δίπλα σου».
Εξήγησε, ακόμα, ότι «στην πρώτη κατάδυση μπήκαν δύο άτομα, στη δεύτερη μπήκαν πέντε. Είχαμε και τρίτη ομάδα που περίμενε».
Ερωτηθείς, δε, για το αν μίλησαν με τους γονείς του άτυχου 34χρονου έκανε λόγο για μια «πολύ συγκινητική κατάσταση. Τα λόγια τους μας πρόσθεσαν ένα ακόμα βάρος στους ώμους μας από τη στιγμή που είπαμε ότι θα το κάνουμε. Εκεί είπαμε πρέπει να βγει ο άνθρωπος».
«Μόνος σου δεν βγαίνεις»
Για «μία πάρα πολύ δύσκολη επιχείρηση την οποία εκτέλεσαν από κοινού η ομάδα βατραχανθρώπων της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών του Λιμενικού Σώματος και η ομάδα σπηλαιοδυτών» έκανε λόγο ο αρχιπλοίαρχος Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος, ο διοικητής της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών του Λιμενικού Σώματος.
Έκανε λόγο για «ένα δύσκολο έργο το οποίο εμπεριείχε ρίσκο. Γι’ αυτό και μας πήρε τόσες μέρες, ώστε να κάνουμε την προετοιμασία την οποία έπρεπε για να κάνουμε την κατάδυση και την επιχείρηση των ανθρώπων των δικών μας, των ομάδων μας δηλαδή, καταδυτικώς όσο γίνεται πιο ασφαλή».
Όπως εξήγησε από την πλευρά του «αυτό το πηγάδι κάτω έχει μεγάλους κινδύνους. Όταν φτάσεις στο κατώτατο σημείο του, που είναι γύρω στα 29 με 30 μέτρα, και τολμήσεις να μπεις σε κάποια σήραγγα την οποία έχει, αντιλαμβάνεσαι από το πρώτο δευτερόλεπτο ότι η ταχύτητα των ρευμάτων είναι τόσο μεγάλη, που αν τολμήσεις να μπεις εκεί μέσα σχεδόν είναι αδύνατο να μπορέσεις να επιστρέψεις, εάν δεν έχεις αναμονές με χοντρά σχοινιά ώστε να μπορέσεις να τραβηχτείς πίσω ή να σε βοηθήσουνε και έτεροι δύτες. Μόνος σου με πεδιλιές είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιστρέψεις.
