Οικονομία

Τα χιλιάδες πρόσωπα της φοροδιαφυγής: Στα €45 δισ. η παραοικονομία, πρωταθλήτριες οι ΙΚΕ του 1 ευρώ

Το 1 στα 5 ευρώ που παράγονται στην Ελλάδα -περίπου 45 δισ. ευρώ τον χρόνο- εξαφανίζεται από τα ραντάρ της οικονομίας. Δεν φορολογείται, δεν καταγράφεται, δεν επιστρέφει ποτέ στην κοινωνία. Είναι το 21% του ΑΕΠ, ένας τεράστιος «κρυφός κουμπαράς» που, αν άνοιγε, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει παροχές, να μειώσει φόρους και να στηρίξει την ανάπτυξη χωρίς νέα μέτρα.

Ουσιαστικά πρόκειται για ένα παράλληλο σύστημα αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων που λειτουργεί κάθε μέρα δίπλα στην κανονική οικονομία. Με δικούς του κανόνες, με μετρητά, χωρίς αποδείξεις. Και όσο αυτό το σύστημα παραμένει τόσο το κράτος ψάχνει αλλού τα χρήματα, συνήθως στους ίδιους: τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τις συνεπείς επιχειρήσεις.

Η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα στην Ιταλία και την Πολωνία, δηλαδή στις υψηλότερες θέσεις της Ευρώπης, και παραμένει σαφώς πιο επιβαρυμένη από οικονομίες όπως η Γερμανία και η Ιρλανδία, όπου η παραοικονομία κινείται περίπου στο μισό επίπεδο.

Το πιο βαρύ στοιχείο έρχεται από τις φορολογικές δηλώσεις. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες εμφανίζουν μέσο ετήσιο εισόδημα 3.665 ευρώ, δηλαδή περίπου 305 ευρώ τον μήνα. Είναι ένα νούμερο που δεν βγαίνει. Δεν εξηγεί ούτε την κατανάλωση, ούτε το επίπεδο ζωής, ούτε τη ροή χρήματος που φαίνεται στην αγορά. Κι όμως, η αγορά λειτουργεί, τα ενοίκια πληρώνονται, τα αυτοκίνητα αγοράζονται, οι δαπάνες τρέχουν.

Από τη μία δηλώνονται ψίχουλα και από την άλλη υπάρχει κανονική οικονομική ζωή. Αυτή η απόσταση είναι η γκρίζα ζώνη της οικονομίας. Κι εκεί ακριβώς στοχεύει πλέον το νέο σύστημα ελέγχων.

Nέο σύστημα ελέγχων

Οι διασταυρώσεις δεν περιορίζονται πια στα δηλωθέντα εισοδήματα. Μπαίνουν στο παιχνίδι οι τραπεζικές κινήσεις, οι πληρωμές με κάρτες, οι αγορές, τα περιουσιακά στοιχεία, οι μεταφορές χρημάτων και οι καταναλωτικές συνήθειες. Αν τα νούμερα δεν βγαίνουν, ανοίγει έλεγχος. Το μοντέλο αλλάζει. Από το παλιό σύστημα των αποσπασματικών και συχνά τυχαίων ελέγχων περνάμε σε μια στοχευμένη ανάλυση κινδύνου, όπου το ζητούμενο δεν είναι μόνο τι δηλώνει κάποιος, αλλά κυρίως αν το δηλωθέν εισόδημα συμβαδίζει με τον τρόπο ζωής του.

Το 2026 προγραμματίζονται 194.000 έλεγχοι σε όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας. Από αυτούς, 53.900 είναι φορολογικοί, 100.800 τελωνειακοί και 39.300 στοχευμένοι έλεγχοι υψηλού ρίσκου. Ο αριθμός από μόνος του δείχνει την κατεύθυνση. Το σύστημα σφίγγει και το κάνει οργανωμένα. Δεν πρόκειται για μια γενική εξαγγελία. Πρόκειται για έναν πλήρη σχεδιασμό που πατάει σε ποσοτικούς στόχους και ψηφιακά δεδομένα.

Μαζί με τους ελέγχους τίθενται και συγκεκριμένοι στόχοι συμμόρφωσης. Το ποσοστό υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ πρέπει να φτάσει στο 98%. Η έγκαιρη πληρωμή βασικών φόρων πρέπει να ξεπεράσει το 85%. Η συμμόρφωση στους νέους οφειλέτες πρέπει να κινηθεί πάνω από το 60%. Και η είσπραξη νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών να αγγίξει το 45%. Αυτά τα ποσοστά δείχνουν ότι η προσπάθεια δεν αφορά μόνο την καταστολή, αλλά και τη μόνιμη παρακολούθηση της φορολογικής συμπεριφοράς.

Τα μετρητά

Στην καρδιά του προβλήματος, πάντως, παραμένουν τα μετρητά. Το «χέρι με χέρι» εξακολουθεί να είναι ο βασικός μηχανισμός απόκρυψης εισοδημάτων. Δεν αφήνει ίχνος, δεν περνά από τραπεζικό φίλτρο, δεν αποτυπώνεται άμεσα στο σύστημα. Σήμερα τα μετρητά αντιστοιχούν περίπου στο 42% της αξίας και στο 54% του αριθμού των συναλλαγών στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη μεγάλη διείσδυση των ηλεκτρονικών πληρωμών μετά την πανδημία και την υποχρεωτική επέκταση των POS, το κενό παραμένει μεγάλο.

Την ίδια ώρα, το λεγόμενο «κενό ΦΠΑ», που παλαιότερα ξεπερνούσε το 30% των δυνητικών εσόδων, έχει περιοριστεί στο 13,7%. Η μείωση αυτή συνδέεται άμεσα με τη διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές, με την εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και με την πλατφόρμα myDATA. Με απλά λόγια, όσο περισσότερες συναλλαγές αποτυπώνονται ψηφιακά τόσο μικραίνει το πεδίο για απόκρυψη.

Το φαινόμενο συνδέεται και με τη δομή της ελληνικής οικονομίας. Η υψηλή αυτοαπασχόληση αποτελεί βασικό παράγοντα. Στην Ελλάδα φτάνει στο 34,6%, όταν στην Ιταλία είναι 24,3% και στην Ισπανία μόλις 17%. Το ΚΕΠΕ υπολογίζει ότι η αυτοαπασχόληση συμβάλλει κατά 37,6% στη διαμόρφωση του συνολικού μεγέθους της παραοικονομίας στην Ελλάδα, έναντι 31% στην Ιταλία, 31,1% στην Πορτογαλία και 23,8% στην Ισπανία. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερη είναι η παρουσία επαγγελμάτων και δραστηριοτήτων που λειτουργούν εκτός μισθωτής σχέσης τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος μη δήλωσης εισοδημάτων.

Κίνητρα για φοροδιαφυγή

Ο δεύτερος μεγάλος παράγοντας είναι οι έμμεσοι φόροι. Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την επιμονή των μετρητών στις καθημερινές συναλλαγές, ενισχύουν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή, κυρίως σε κλάδους όπου το «χέρι με χέρι» παραμένει συνήθεια. Η εστίαση, οι κατασκευές, τα τεχνικά επαγγέλματα, οι ιατρικές και οι νομικές υπηρεσίες παραμένουν πεδία όπου η αδήλωτη συναλλαγή εξακολουθεί να έχει ισχυρή παρουσία.

Δημοφιλέστερα

To Top