Πώς ήξεραν προς ποια κατεύθυνση είναι η όδευση της ασφαλούς εκκένωσης; Πώς ήξεραν ότι οι πυροβολισμοί που έκαναν ακόμη και τον Ντόναλντ Τραμπ να παραπαίει σαν ένα φοβισμένο γεροντάκι 80 ετών, όπως πραγματικά είναι, είχαν εξαπολυθεί από ένα όπλο από έναν και μόνο δράστη, αντί π.χ. από μια ομάδα τρομοκρατών που, ενδεχομένως, είχε περικυκλώσει την αίθουσα της δεξίωσης; Γιατί οι βαριά οπλισμένοι ένστολοι των ειδικών δυνάμεων ασφαλείας έσπευσαν να παραταχθούν στο υπερυψωμένο τραπέζι του οικοδεσπότη Τραμπ, αλλά με τα αυτόματά τους προτεταμένα προς την αίθουσα, σαν να περίμεναν επίθεση από την πλευρά των προσκεκλημένων, αντί π.χ. για τις πλαϊνές θύρες;
Γιατί, ενώ στο ίδιο ξενοδοχείο, το «Χίλτον» της Ουάσινγκτον, το 1981, είχε γίνει απόπειρα δολοφονίας (παρά λίγο επιτυχής, μάλιστα) εναντίον του Ρόναλντ Ρέιγκαν και ενώ ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ έχει ήδη δεχτεί δύο ένοπλες επιθέσεις πρόσφατα, η ασφάλεια του «Χίλτον» δεν έλεγξε τον επίδοξο δράστη της επίθεσης, ο οποίος έκανε ανενόχλητος check-in με ένα μικρό οπλοστάσιο στις αποσκευές του; Γιατί μια δεξίωση με το μεγαλύτερο μέρος της κυβερνητικής, μιντιακής και επιχειρηματικής «νομενκλατούρας» των ΗΠΑ δεν κρίθηκε από τη Μυστική Υπηρεσία γεγονός υψίστης επικινδυνότητας, αλλά αντιμετωπίστηκε λίγο πολύ σαν μια εκδήλωση ρουτίνας;
Ο ρόλος του επιδρομέα
Επιπλέον, η «Washington Post», μία γενικώς έγκριτη εφημερίδα, έστω και αν εσχάτως έχει μετριάσει την καταρχήν αντι-τραμπική στάση της, παρουσίασε μία κατά το δυνατόν τεκμηριωμένη, πλην διαφορετική, αναπαράσταση της επίθεσης. Μια εκδοχή της ιστορίας που, ενώ πόρρω απέχει από μια κοινή θεωρία συνωμοσίας, ταυτόχρονα αποτελεί ιδανικό έναυσμα για την πυροδότηση της συνωμοσιολογίας.
Συγκεκριμένα, η «Washington Post» αμφισβητεί ότι οι πυροβολισμοί που συντάραξαν την ετήσια παραδοσιακή δεξίωση προς τιμήν των ανταποκριτών που καλύπτουν την ειδησεογραφία του Λευκού Οίκου ερρίφθησαν από το όπλο του συλληφθέντα ως δράστη.
Οχι όμως από αυτό του δράστη. Επομένως, έως ότου υπάρξει επίσημη ανακοίνωση από τις αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας γύρω από τα ακριβή καθέκαστα του συμβάντος, το σενάριο της «Washington Post» θα θέτει εν αμφιβόλω τον ρόλο που διαδραμάτισε στ’ αλήθεια ο επιδρομέας. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι αρμόδιοι αρνούνται να προβούν σε οποιοδήποτε σχόλιο, πέραν της εκτίμησης ότι ο δράστης πυροβόλησε τουλάχιστον μία φορά και άλλες πέντε οι πράκτορες της ασφάλειας.
Οσο για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή της επιδρομής, τον 31 ετών Κόουλ Τόμας Αλεν, αυτός είχε εκ των προτέρων διαπιστώσει ότι τα μέτρα ασφαλείας ήταν διάτρητα, περιγελώντας σε κείμενο που άφησε πίσω του τη δήθεν μεθοδικότητα με την οποία υποτίθεται πως οι υπεύθυνοι περιφρούρησης του Ντόναλντ Τραμπ και των συν αυτώ προετοίμασαν την αποτροπή οποιουδήποτε απροόπτου.
«Οι φρουροί της δεξίωσης είναι όλοι στον εξωτερικό χώρο, έχοντας όλη την προσοχή τους στραμμένη σε κάποιους διαδηλωτές και στις τελευταίες αφίξεις. Κανείς, όμως, προφανώς δεν σκέφτηκε τι θα γίνει εάν κάποιος διαμένει ήδη στο “Χίλτον” από την προηγούμενη μέρα». Αυτό έγραψε ο Κόουλ Τόμας Αλεν. Τονίζοντας, καθώς δυσκολευόταν να το πιστέψει ακόμη και ο ίδιος, ότι «αυτό το επίπεδο ανεπάρκειας είναι αδιανόητο. Ειλικρινά ελπίζω να υπάρξει βελτίωση, έως ότου η Αμερική αποκτήσει μια πραγματικά άξια ηγεσία ξανά».
