Διεθνή

Ένας μήνας πολέμου, τέσσερα σενάρια για την επόμενη μέρα – Τα δεδομένα και η είσοδος στην επικίνδυνη φάση

Το βασικό συμπέρασμα των τελευταίων ημερών -υπάρχουν πλέον και τέτοια έπειτα από 30 και πλέον ημέρες μαχών- είναι ότι ο πόλεμος δεν βαδίζει ούτε προς καθαρή λήξη ούτε προς μια άμεση, ολοκληρωτική αναμέτρηση που θα κρίνει τα πάντα σε ένα μόνο χτύπημα.

Αντιθέτως, μπαίνει σε μια πιο σύνθετη και ίσως πιο επικίνδυνη φάση, όπου η στρατιωτική πίεση, η ενεργειακή ασφυξία, η ναυτική αντιπαράθεση και η διπλωματία συνυπάρχουν ταυτόχρονα. Reuters, Associated Press, «Wall Street Journal» αλλά και ο υπογράφων από το ισραηλινό κομμάτι της αντιπαράθεσης, βλέπουν πια μια σύγκρουση που έχει περάσει από το στάδιο του αρχικού σοκ στο στάδιο της πολιτικής και στρατηγικής αντοχής. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος χτυπά δυνατότερα, αλλά ποιος μπορεί να συνεχίσει να παράγει κόστος στον αντίπαλο χωρίς να εξαντλήσει πρώτος τα δικά του περιθώρια.

Η πρώτη και πιο καθαρή γραμμή αυτών των αναλύσεων είναι ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν μεν επιβάλει πολύ βαρύ κόστος στην Τεχεράνη, αλλά δεν έχουν πετύχει αυτό που στη δυτική στρατιωτική σκέψη θα λεγόταν «οριστική αχρήστευση» της ιρανικής απειλής. Το ιρανικό πυραυλικό δίκτυο έχει χτυπηθεί σκληρά, με μείωση του ρυθμού εκτοξεύσεων -κι αυτό τελεί υπό αίρεση- και σοβαρή φθορά στην παραγωγική του βάση, αλλά όχι εξάλειψη.

Στοχευμένα χτυπήματα

Το Ιράν συνεχίζει να εκτοξεύει πυραύλους, απλώς με διαφορετικό τρόπο – λιγότερους, πιο επιλεκτικούς, από βαθύτερες ή πιο προστατευμένες θέσεις και με έμφαση σε στόχους που έχουν μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική «απόδοση». Αυτό είναι κρίσιμο διότι σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν χρειάζεται πια να αποδείξει πως μπορεί να επιβληθεί με μαζικό κορεσμό. Της αρκεί να αποδείξει ότι εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να κρατά ανοικτή την αβεβαιότητα.

Αυτή η προσαρμογή του Ιράν βρίσκεται στον πυρήνα σχεδόν όλων των πρόσφατων ξένων αναγνώσεων. Το Ιράν δεν εμφανίζεται ως δύναμη που κερδίζει στο πεδίο με τους κλασικούς όρους μιας συντριπτικής στρατιωτικής υπεροχής. Εμφανίζεται όμως ως δύναμη που προσπαθεί να μετατρέψει την επιβίωσή της σε στρατηγικό επιχείρημα. Οσο συνεχίζει να απειλεί τη ναυσιπλοΐα, να διατηρεί πλήγματα ή απειλή πληγμάτων σε Ισραήλ και Κόλπο, να υποχρεώνει τις αγορές να φοβούνται το επόμενο σοκ και να αναγκάζει την Ουάσινγκτον να κρατά μόνιμα ανοικτές στρατιωτικές επιλογές, μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν έχει ηττηθεί και αυτό είναι αλήθεια με στρατηγικούς – αμιγώς στρατιωτικούς όρους. Σε αυτή τη φάση το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει με τον συμβατικό τρόπο επίσης. Του αρκεί να πείσει ότι δεν μπορεί να εξαναγκαστεί εύκολα σε «υποταγή».

Από την άλλη πλευρά υπάρχει μια αμερικανική στρατηγική με εμφανές διπλό πρόσωπο. Από τη μία, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να διατηρεί τη μέγιστη δυνατή απειλή κλιμάκωσης. Ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε δημόσια ότι αν δεν υπάρξει συμφωνία οι ΗΠΑ «θα συνεχίσουν να τους χτυπούν», ενώ ταυτόχρονα η αμερικανική πλευρά κρατά στο τραπέζι την πίεση για άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και για περιορισμό των ιρανικών δυνατοτήτων. Από την άλλη, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ μίλησε ανοιχτά για αναζήτηση ιρανικού «off-ramp», δηλαδή δρόμου διαφυγής από την παρούσα κλιμάκωση, και επιβεβαιώθηκε η διαβίβαση αμερικανικού σχεδίου 15 σημείων μέσω Πακιστάν. Με άλλα λόγια, η Ουάσινγκτον επιχειρεί να συνδυάσει την πίεση με μια ελεγχόμενη δίοδο διαπραγμάτευσης.

Η παύση 10 ημερών στα πλήγματα κατά των ιρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, έως τις 6 Απριλίου, εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Είναι σαφές πως αυτό δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί ως ένδειξη ειρηνευτικής στροφής, αλλά ως δοκιμή προθέσεων. Η Ουάσινγκτον φαίνεται να θέλει να εξακριβώσει αν η Τεχεράνη ζητά πράγματι χρόνο για να μπει σε διαπραγμάτευση ή αν απλώς επιχειρεί να κερδίσει ανάσες για να σταθεροποιήσει τις θέσεις της, να αναδιατάξει δυνατότητες και να κρατήσει το Ορμούζ ως μοχλό πίεσης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα βήματα του πολέμου δεν θα κριθούν μόνο στο πεδίο αλλά και μέσα σε ένα παράθυρο λίγων ημερών, όπου κάθε κίνηση θα διαβάζεται ταυτόχρονα ως στρατιωτικό και ως διαπραγματευτικό μήνυμα.

Το πρόβλημα, όπως καταγράφεται, είναι ότι το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένει βαθύ. Η αμερικανική λογική, όπως περιγράφεται δημόσια, συνδέει την παύση ή την αποκλιμάκωση με σοβαρές ιρανικές υποχωρήσεις στο πυρηνικό, στους βαλλιστικούς πυραύλους, στην περιφερειακή συμπεριφορά και στην ομαλή λειτουργία των Στενών του Ορμούζ.

Εύθραυστη ανακωχή

Η ιρανική λογική, αντίθετα, φαίνεται να ζητά παύση επιθέσεων, αποζημιώσεις, διαφορετική αφετηρία στο ζήτημα των Στενών και, κυρίως, ένα πλαίσιο που δεν θα μοιάζει στο εσωτερικό της χώρας με άνευ όρων συνθηκολόγηση. Αρα, ακόμη και αν ανοίξει δίαυλος διαλόγου δεδομένα δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ώριμη συμφωνία αλλά σε μια εξαιρετικά εύθραυστη ανακωχή προθέσεων.

Το σημείο όπου όλα τα στοιχεία, πάντως, συγκλίνουν απολύτως είναι ένα: το κέντρο βάρους του πολέμου μεταφέρεται από τον αέρα στη θάλασσα. Το Ορμούζ είναι πια το πιο κρίσιμο μέτωπο. Υπάρχει σήμερα μια σχεδόν θεσμοποιημένη ιρανική διαδικασία ελέγχου διέλευσης, ένα καθεστώς στο οποίο πλοία ελέγχονται από τους Φρουρούς της Επανάστασης και σε ορισμένες περιπτώσεις, πληρώνουν για ασφαλή διέλευση. Την ίδια ώρα ξεκάθαρα υπάρχουν σοβαρές επιπτώσεις σε ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού – όχι μόνο στο αργό, αλλά και στα πετροχημικά, στα πλαστικά, στα λιπάσματα, στο LNG, ακόμη και στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό για αποθήκευση φυσικού αερίου ενόψει χειμώνα. Αυτό αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πως τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα θαλάσσιο πέρασμα, αλλά το σημείο όπου το Ιράν μπορεί να μετατρέψει τη γεωγραφία σε στρατηγική ισχύ.

Από αυτή την άποψη, το σημαντικότερο επόμενο βήμα του πολέμου δεν είναι κατ’ ανάγκην η επόμενη ομοβροντία πυραύλων. Είναι το αν η Τεχεράνη θα συνεχίσει να σφίγγει ή θα χαλαρώνει τη λαβή της πάνω στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές ροές. Αναλυτές θεωρούν πως αυτό είναι το πραγματικό διαπραγματευτικό χαρτί του Ιράν. Δεν έχει την πολυτέλεια μιας συμβατικής αναμέτρησης μακράς διάρκειας απέναντι σε ΗΠΑ και Ισραήλ. Εχει όμως τη δυνατότητα να ανεβάζει την τιμή της αβεβαιότητας τόσο ώστε να πιέζει όχι μόνο κυβερνήσεις αλλά και αγορές, βιομηχανίες, ασφαλιστές, ναυτιλία και κεντρικές τράπεζες. Οσο αυτή η πίεση μένει ενεργή, η Τεχεράνη διατηρεί διαπραγματευτική αξία δυσανάλογη προς τη συμβατική της ισχύ.


Ένας μήνας πολέμου, τέσσερα σενάρια για την επόμενη μέρα - Τα δεδομένα και η είσοδος στην επικίνδυνη φάση

Δημοφιλέστερα

To Top