Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που ανέλυσε η Επιτροπή για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό, το χρέος που κατέχουν τρίτοι έφτασε στα τέλη Μαρτίου περίπου τα 31,27 τρισ. δολάρια, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ των ΗΠΑ για το προηγούμενο δωδεκάμηνο διαμορφώθηκε περίπου στα 31,22 τρισ. δολάρια. Με απλά λόγια, η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου χρωστά πλέον περισσότερα από όσα παράγει μέσα σε έναν χρόνο.
Το όριο αυτό έχει ξεπεραστεί ελάχιστες φορές στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία. Συνέβη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι ΗΠΑ είχαν χρηματοδοτήσει μια παγκόσμια πολεμική αναμέτρηση. Συνέβη πρόσκαιρα και στην πανδημία, όταν η οικονομία πάγωσε και το κράτος διοχέτευσε τρισεκατομμύρια σε έκτακτη στήριξη. Τώρα όμως η εικόνα είναι διαφορετική. Δεν υπάρχει ένα μεμονωμένο σοκ που εξηγεί όλο το πρόβλημα. Υπάρχει μια χρόνια δημοσιονομική ανισορροπία που έχει γίνει σχεδόν κανονικότητα.
Το πρόβλημα που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν ακουμπά
Η ρίζα της κρίσης δεν είναι άγνωστη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν σταθερά περισσότερα από όσα εισπράττουν. Το χάσμα ανάμεσα στις ομοσπονδιακές δαπάνες και τα φορολογικά έσοδα διευρύνεται, την ώρα που η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις πιέσεις σε προγράμματα όπως το Medicare και η Κοινωνική Ασφάλιση.
Η Ουάσιγκτον, όμως, λειτουργεί σαν να έχει απεριόριστο χρόνο. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί γνωρίζουν ότι το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό. Και οι δύο πλευρές, όμως, αποφεύγουν το πολιτικό κόστος των πραγματικών αποφάσεων: περικοπές σε δημοφιλή προγράμματα, αύξηση εσόδων, μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών και υγειονομικών δαπανών.
Το αποτέλεσμα είναι μια σιωπηλή μετάθεση του λογαριασμού. Όχι σε κάποιον αόριστο μελλοντικό χρόνο, αλλά σε μια οικονομία που ήδη πληρώνει ακριβότερο το ίδιο το χρήμα.
Οι οικονομολόγοι δεν μιλούν ακόμη για άμεση δημοσιονομική κατάρρευση. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν το προνόμιο του δολαρίου, το βαθύτερο ομολογιακό σύστημα στον κόσμο και την ικανότητα να δανείζονται σε κλίμακα που καμία άλλη χώρα δεν διαθέτει. Όμως το πρόβλημα δεν είναι αν η κρίση θα ξεσπάσει αύριο το πρωί. Είναι ότι κάθε χρόνος αδράνειας κάνει την τελική προσαρμογή πιο ακριβή, πιο βίαιη και πιο πολιτικά δύσκολη.
Η επιστροφή του Τραμπ και το δημοσιονομικό στοίχημα
Ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο με την υπόσχεση ταχύτερης ανάπτυξης, μικρότερου κράτους και πιο ισχυρής αμερικανικής οικονομίας. Στην πράξη, όμως, η δημοσιονομική του ατζέντα κινείται σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις.
Από τη μία, η κυβέρνησή του μιλά για περιορισμό της σπατάλης, της απάτης και της γραφειοκρατίας στις ομοσπονδιακές δαπάνες. Από την άλλη, οι φορολογικές περικοπές που προώθησαν οι Ρεπουμπλικανοί αναμένεται να προσθέσουν τρισεκατομμύρια στο χρέος μέσα στα επόμενα χρόνια. Η Επιτροπή για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό έχει εκτιμήσει ότι το πρόσφατο πακέτο μειώνει σημαντικά τα έσοδα, κυρίως μέσω επέκτασης και διεύρυνσης φορολογικών ελαφρύνσεων.
Το επιχείρημα των Ρεπουμπλικανών είναι γνώριμο: οι φορολογικές μειώσεις θα ενισχύσουν την ανάπτυξη, άρα θα δημιουργήσουν νέα έσοδα. Όμως ακόμη και αναλύσεις που αναγνωρίζουν θετική επίδραση στο ΑΕΠ καταλήγουν ότι το έλλειμμα παραμένει αυξημένο, ιδίως όταν το δημόσιο δανείζεται ακριβότερα.
