Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, εκεί φέρεται να εκτέθηκε στον ιό ένα ζευγάρι Ολλανδών ταξιδιωτών, το οποίο θεωρείται ότι βρέθηκε στην αρχή της αλυσίδας μετάδοσης κατά τη διάρκεια εκδρομής παρατήρησης πουλιών. Η περιοχή προσελκύει μεγάλο αριθμό επισκεπτών λόγω της πλούσιας ορνιθοπανίδας της, ωστόσο οι ίδιες περιβαλλοντικές συνθήκες ευνοούν και την παρουσία τρωκτικών που αποτελούν φορείς του ιού.
Ο χανταϊός μεταδίδεται μέσω επαφής με ούρα, σάλιο ή περιττώματα μολυσμένων τρωκτικών. Στην περίπτωση του MV Hondius, οι ειδικοί θεωρούν ιδιαίτερα ανησυχητικό το γεγονός ότι εντοπίστηκε το λεγόμενο στέλεχος των Άνδεων, η μοναδική γνωστή παραλλαγή του ιού που μπορεί να μεταδοθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αυτό εκτιμάται ότι συνέβαλε στην εξάπλωση των κρουσμάτων μεταξύ των επιβατών μετά την επιβίβαση του ζευγαριού στο πλοίο.
Η υπόθεση έφερε παράλληλα στο προσκήνιο και το ζήτημα της αποχώρησης της Αργεντινής από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Η έξοδος της χώρας από τον ΠΟΥ, όπως και των Ηνωμένων Πολιτειών, τέθηκε σε ισχύ στα μέσα Μαρτίου, προκαλώντας διεθνείς αντιδράσεις.
Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Tedros Adhanom Ghebreyesus, κάλεσε δημόσια τις δύο χώρες να επανεξετάσουν την απόφασή τους, με την κυβέρνηση της Αργεντινής να απαντά ότι μπορεί να συνεχίσει τη διεθνή συνεργασία σε θέματα υγείας χωρίς να αποτελεί μέλος του οργανισμού. Η χώρα εξακολουθεί πάντως να διατηρεί τεχνική συνεργασία με τον Παναμερικανικό Οργανισμό Υγείας.
Κεντρικό ρόλο στη μετάδοση του στελέχους των Άνδεων έχει το Oligoryzomys longicaudatus, γνωστό και ως «ποντίκι με μακριά ουρά» ή colilargo. Πρόκειται για μικρό άγριο τρωκτικό που ζει στη νότια Αργεντινή και τη Χιλή και θεωρείται η φυσική δεξαμενή του ιού.
Το είδος είναι ενδημικό και προστατευόμενο, ενώ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα, μεταφέροντας σπόρους και αποτελώντας μέρος της τροφικής αλυσίδας. Τα μολυσμένα ζώα δεν εμφανίζουν συνήθως συμπτώματα της νόσου, ωστόσο μπορούν να μεταδίδουν τον ιό μεταξύ τους κυρίως κατά την περίοδο ζευγαρώματος.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι οι πληθυσμοί των συγκεκριμένων τρωκτικών παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες, τη διαθεσιμότητα τροφής αλλά και ανθρώπινες παρεμβάσεις, όπως η αποψίλωση δασών και η γεωργική επέκταση.
